Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΣΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΣΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Dzur Dinner - Aftermath

Μερικές εμπειρίες πρέπει να κατασταλάξουν μέσα σου για να τις κουβεντιάσεις. Η ένταση των συναισθημάτων είναι μεγάλη, τόσο που παίρνει καιρό να σβήσουν, να απαλύνουν. Να μπορέσεις να κοιτάξεις το τι έγινε χωρίς να σε μπερδεύει η ευφορία που ένιωσες όταν συνέβη.

Κάτι τέτοιο έπαθα και με αυτό το γεύμα. Έχω δυο βδομάδες τώρα, από την προηγούμενη Κυριακή, που δεν έχω καταφέρει να βάλω το μυαλό μου να το δουλέψει, να το ξαναεπισκεφτεί. Τι πήγε καλά και τι δεν πήγε, τι λειτούργησε και τι όχι. Κατά πόσο εγώ κι οι καλεσμένοι μου το είδαμε από την ίδια σκοπιά.

Σήμερα είναι λίγο πιο εύκολο. Χώνεψε η φωτιά και μείναν μόνο κάρβουνα στην καρδιά μου. Κι έχω την εντύπωση ότι δε θα σβήσουν αυτά τα κάρβουνα ποτέ. Πάντα θα θυμάμαι αυτή τη μέρα, και πιο πολύ γιατί ήταν κι άλλοι άνθρωποι -οι συγκεκριμένοι άνθρωποι- εκεί.

Ήθελα να τους περιποιηθώ αυτούς τους ανθρώπους. Να τους δώσω κάτι που μπορεί και να μην το ξαναβρούν. Κι όπως πίστεψα ότι κάποια από τα πιάτα μπορεί και να ξαναφάνε κάπου -ή να τα έχουν ήδη ξαναφάει- προσπάθησα να κάνω αυτήν τη συγκεκριμένη στιγμή πιο ιδιαίτερη.

Ξεκίνησα από το στήσιμο του τραπεζιού. Δεν είχα ξανακάνει ποτέ κάτι σχετικό, ένα γεύμα επίσημο. Όλο με μπουφέδες την έβγαζα, άντε και με κανέναν παραδοσιακό οικογενειακό τραπέζι, που όλα είναι ήδη στρωμένα και τσιμπολογάς από παντού. Εδώ δεν είχε τέτοια όμως. Εδώ έπρεπε για χάρη της απόλαυσης να γίνουν όλα με τη σειρά. Αλίμονο αν δε γίνονταν όλα με τη σειρά.

Με τη σειρά λοιπόν. Δύο τραπέζια ενωμένα μεταξύ τους -η τραπεζαρία μου είναι οχτώ ατόμων κι εμείς ήμασταν (τελικό σκορ) έντεκα. Λευκό τραπεζομάντιλο, προίκα της γιαγιάς μου παρακαλώ. Το ότι επεβίωσε σε τέτοια κατάσταση από το 1954 που παντρεύτηκε η γιαγιά μου είναι μάλλον ένδειξη της οικογενειακής νοικοκυροσύνης. Είχα σχέδιο για ριχτάρι και ασορτί πετσέτες, αλλά μάλλον θα έπρεπε να είμαστε λιγότεροι για να δουλέψει. Οπότε για στολίδι περιορίστηκα στα δύο φαναράκια με το κιτρινωπό γυαλί και σε μικρές καφετιές πετρούλες.

Γενικά τα χρώματα του τραπεζιού ήταν γήινα: σκούρο πράσινο, κίτρινο του παπύρου και καφέ. Καφέ τα στολίδια, σκούρες πράσινες οι πετσέτες και κίτρινο του παπύρου…






Κίτρινο του παπύρου τα μενού.





Ε, σας το είπα ότι θα έκανα μεγάλες καφρίλες. Ήθελα να είναι όλα πρωτόγνωρα. Υπήρχε λοιπόν, όχι μόνο μενού, αλλά και προκαθορισμένες θέσεις, με το όνομα του καθενός σαν σελιδοδείκτης πάνω στο σερβίτσιο του. Το αποτέλεσμα ήταν αρκετά συμπαθητικό και νομίζω ότι άρεσε. Χεχε. Νομίζω.

Το μεγάλο θέμα ήταν τι θα υπήρχε από σερβίτσια πάνω στο τραπέζι. Ήταν απολύτως αδύνατον να τους σερβίρω κάθε πιάτο ξεχωριστά, από την κουζίνα. Αυτό θα απαιτούσε να ήμουν μόνιμα στην κουζίνα και να μην καθίσω μαζί τους καθόλου. Εξ ου και υπήρχαν διάφορα πάνω στο τραπέζι, πιάτα και ποτήρια και σερβίτσια. Έφερνα τις πιατέλες από μέσα και τους σέρβιρα από την πιατέλα. Με αυτόν τον τρόπο ήμουν πάντα κοντά τους, μέσα στο τραπέζι, και έτρωγα κι εγώ σαν άνθρωπος. Τα μόνα που σερβιρίστηκαν στην κουζίνα ήταν το σάμι και το μοσχάρι, που άξιζε, φυσικά τον κόπο και την αναμονή. Η αδελφή μου κι η βαφτισιμιά της μητέρας μου με βοήθησαν στο σερβίρισμα.

Και για όσους αναρωτιούνται, είχα την επόμενη μέρα ρεπό. Δεν υπήρχε περίπτωση να πλυθούν όλα αυτά τα πιάτα από ένα μόνο άτομο (πλυντηρίου πιάτων απόντος). Αλλά άξιζε τον κόπο. Απλά και μόνο γι’ αυτό το καρβουνάκι της εμπειρίας που δε θα σβήσει ποτέ.


English please?


Some experiences should be settled in you before you talk about them. The intensity of feelings is so strong, it takes time to go out, to soften. To be able to look at what happened without being confused by the euphoria felt when it happened.

This is exactly what happened with this meal. It’s been two weeks now since last Sunday, that I haven’t managed to put my mind to work, to revisit it. What went wrong and what not, what worked and what not. Whether me and my guests saw the whole thing under the same perspective.

Today it’s a little easier. The fire has died down and only coals stayed in my heart. And I believe that the coals? they will not die, not ever. I will always remember this day, and this will happen because there were other people -these particular people-there.

I wanted to look after these people. To give them something that they might not find it again. And as I thought that they might eat again some of the dishes, or perhaps they have already eaten them, I tried to make this moment very special.

I started off by setting up the table. Never before have I done something that looked like a formal dinner. I always made buffets, or some traditional family dinner, all of dishes already on the table and you could pick what to eat. This time, though, no way it was going to be like that. For the sake of pleasure, we ought to do everything in order. Wow to me if everything wasn’t in order.

Two tables were joined, my dining table is for eight people, and we were (actually ended up) eleven. White tablecloth, my grandmother's dowry. It has survived in perfect condition since her 1954 marriage and that is probably an indication of our family’s housekeeping abilities. I was planning to use a matching over-the-tablecloth-tablecloth and towels, but we should have been less people there for it to work. So the ornaments were limited to two lanterns with yellow glass and little brown stones scattered on the table.

Generally the colors of the table were earthly-ones: dark green, papyrus yellow and brown. Brown ornaments, dark green towels and papyrus yellow...




Papyrus yellow on the menus.


Well, I told you that I would go over the top. I wanted everything to be unprecedented. So there were not only menus, but prearranged seats as well, with the name of each person as a bookmark on the dinnerware. The result was quite nice and they (the co-dinners) liked it. Hehe. I think they did.

The big question was, though, what would to do with the dinnerware on the table. It was absolutely impossible to serve each dish separately from the kitchen. This would mean for me to permanently be in the kitchen and not sit with my guests at all. Hence there were several plates and glasses and cutlery on the table. I brought the food on large platters and served them on the spot. This way I was always close to them at the table, and I ate as well. The only things that were served in the kitchen were the sorbet and the beef, both of which were worth the wait. My sister and a girl my mother has baptized helped me serve.

And for those wondering, next day I had the day off. There was no way for a single person to wash all these dishes by him/herself (dishwasher non-existent). But it was worth it. Just for this little lump of coal this experience was, that little lump of ever burning coal.


Φωτογραφίες/Photo Credits: Λευτέρης Κεραμίδας

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Dzur Dinner - This Is Not A Drill

Και φτάνει εκείνη η στιγμή που κάθε μαγείρισσα ή μάγειρας τρέμει: η στιγμή της δοκιμής.

Δεν είναι ότι φοβάσαι την ίδια τη δοκιμή ή την πράξη του μαγειρέματος ή ότι έχεις αμφιβολίες σχετικά με τις μαγειρικές σου ικανότητες. Είναι απλά το αναπάντεχο, εκείνο που το γυρίζεις στο κεφάλι σου και λες «εντάξει, το ‘χω» κι έπειτα το ξαναγυρίσεις και λες «εντάξει, το ‘χω;»

Έχω μερικές φορές την εντύπωση, ειδικά όταν μαγειρεύω, ότι είμαι κάτι σαν αλχημιστής. Ότι η κατσαρόλα μου είναι στην ουσία η μαρμίτα που με κοροϊδεύει ότι δε θα καταφέρω να φτιάξω το μαγικό ζωμό. Ή ότι ανακατεύω τα χημικά μου και σε λίγο θα μου φέρουν το πειραματόζωο (ξέρω, ανατριχιαστική η εικόνα. Αλλά είδα πάλι κατά τύχη εικόνες πραγματικών πειραματόζωων και μου σημάδεψαν τη μέρα…)

Ειδικά για το γεύμα που σχεδιάζω, οι δοκιμές επιβάλλονταν. Κι όχι μόνο επιβάλλονταν αλλά ταίριαζαν και με την εικόνα που περιέγραψα προηγουμένως. Επιλογές προϊόντων, τεστάρισμα συσκευών και κατσαρολικών, δοκιμές στο μαρινάρισμα, στο άχνισμα, στο ψήσιμο και την παρασκευή πιπερόμυρου…



Γιατί άλλο να λες

Λιώσε μερικές κουταλιές λίπος χήνας, ανακάτεψε μέσα λίγες κουταλιές σκόνη
Ανατολίτικο κόκκινο πιπέρι. Το ανακατεύεις, δεν το αφήνεις να καεί. Παίρνεις μια
πολύ πιο έντονη γεύση πιπεριού.

κι άλλο να το δοκιμάσεις πραγματικά να το φτιάξεις. Αν το αφήσεις τελευταία στιγμή, θα πάθεις αυτό που έπαθα εγώ. Θα πάρεις μια παράξενη, παχιά πάστα πάπρικας που δε θα μπορέσεις να την περιχύσεις πάνω από το μοσχάρι με την ξυνόκρεμα. Άσχετα που όντως θα έχει τέλεια γεύση.

Επίσης το ίδιο κάζο μπορείς να πάθεις με διάφορα άλλα σημεία του γεύματος όπως το γεμιστό ψάρι:

«Πέστροφα του γλυκού νερού» ανήγγειλε ο Μίχι, «από τον ποταμό Αντριλάνκα,
γεμιστή με τριμμένο καρότο, φρέσκο δεντρολίβανο, αλάτι, τριμμένο μαύρο πιπέρι,
πασπαλισμένο με Ανατολίτικο πιπέρι, λιωμένο σκόρδο και φέτες λεμονιού.
Συνοδεύεται από φρέσκες ρέβες, αχνισμένες σε λεμονοβούτυρο.»

Οκέυ, πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να φτιάξεις ένα φιλέτο ψαριού γεμιστό. Κι όμως. Αρχικά έβαλα τόσο λίγο καρότο που δεν άξιζε τον κόπο να το αναφέρω. Έπειτα έβαλα τόσο σκόρδο που μου έπεσε η πίεση στην πρώτη πιρουνιά. Ύστερα έβαλα τις φέτες λεμονιού μαζί με τη λευκή μεμβράνη που τις προστατεύει, αυτό που χωρίζει την ψίχα του φρούτου από τη φλούδα του. Και βγήκε πικρό σα διάολος. Για να μη μιλήσω για τις ρέβες, που αχνιστές-ξεαχνιστές ήταν τόσο πικρές που τελικά αποφάσισα να τις αντικαταστήσω με λευκά σπαράγγια.

Άλλες δοκιμές που βγήκαν σε καλό ήταν εκείνη με το μείγμα ελαίων

[…] έβγαλε μια μικρή κεραμική φιάλη από την ποδιά του. Την κούνησε γρήγορα,
εξασκημένα, κατόπιν αφαίρεσε το φελλό από τη φιάλη.
Το μπουκάλι είχε λάδι -ένα μίγμα λαδιού από σπόρους σταφυλιού, ελαιόλαδου και φυστικέλαιου, για να είμαι ακριβής. Το άρωμα που είχε όπως απλώθηκε στο ζεστό γρανίτη ήταν ήπιο, ελαφρώς μοσχάτο.

Το κόλπο εδώ ήταν όχι μόνο να βρεις εκείνη την αναλογία ελαίων που να έχεις ως αποτέλεσμα ένα ήπιο κι ελαφρώς μοσχάτο άρωμα, αλλά να ακούσεις ακριβώς τι έχει να πει ο θείος Στήβεν. Κι ήμουν πολύ τυχερή γιατί έτυχε το μπουκάλι που χρησιμοποίησα να είναι διάφανο κι έτσι είδα…

Είδα ότι τα τρία προαναφερόμενα έλαια δεν ανακατεύονται εύκολα. Κάποιο από τα τρία, πιθανότερα το φυστικέλαιο πέφτει στον πάτο του μπουκαλιού. Οπότε η κίνηση του Μίχι του σερβιτόρου να κουνήσει ζωηρά τη φιάλη πριν την ανοίξει, ήταν κίνηση στρατηγικής σημασίας…

Άλλο σημείο που η δοκιμή αποδείχτηκε σωτήρια ήταν το κοτόπουλο. Πέραν του ότι οι ενδεικτικές ποσότητες σκόρδου ήταν σαφώς υπερτιμημένες (μία και πολλή του είναι) βιάστηκα να αποσύρω τη σάλτσα πριν το σκόρδο της ψηθεί καλά. Αποτέλεσμα: η σάλτσα είχε τόσο έντονη γεύση, με το κρεμμύδι να είναι σχεδόν ωμό, που επισκίαζε όλη την υπόλοιπη μαγεία του πιάτου.

Το ίδιο και με τη σούπα. Το σκόρδο της ήταν πολύ δυνατό, η πάπρικα λιγότερη απ’ όση θα ήταν ωραίο να έχει, το σαφράν της περισσότερο και πίκριζε και το αλάτι της ήταν να την κάνει λύσσα, ενώ τα μανιτάρια που υπέθεσα αρχικά ότι θα χρειάζονταν ήταν τρεις φορές περισσότερα από εκείνα που έπρεπε τελικά να βάλω.

Η μεγαλύτερη αποτυχία μου απ’ όλες κι εκείνη που με υποχρέωσε ν’ αλλάξω εντελώς την περιγραφή του Μπρουστ, ήταν το λάνγκος, το σκορδόψωμο. Η περιγραφή του είναι η εξής:

Αποτελείται από μια μικρή, στρογγυλή φραντζόλα λίγο, ελάχιστα γλυκό ψωμί που
έχει τηγανιστεί σε μπόλικο λάδι. Σερβίρεται με μια σκελίδα σκόρδο. Κόβεις το
σκόρδο με τα δόντια στη μέση, έπειτα το τρίβεις στο ψωμί, καίγοντας λίγο τα δάχτυλά σου. Κατόπιν ρίχνεις μια δαγκωνιά στο σκόρδο, μετά περιμένεις και καθώς εκρήγνυται στο στόμα σου, ρίχνεις μια δαγκωνιά του ψωμιού.

Εντάξει, πέρα από το ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ζητήσω από τους φίλους μου να δαγκώσουν μια ωμή σκελίδα σκόρδο, η ακριβής έκφραση του συγγραφέα ήταν deep-fried. Να γεμίσω δηλαδή μια τσουκάλα με λάδι και να βουτήξω το ψωμί εκεί μέσα να τηγανιστεί.

Εχμ, νο. Νο-νο-νο-νο-νο-νο-νο. Καλύτερα να σερβίρω ένα απλό, συνηθισμένο σκορδόψωμο. Να τρίψω πάνω σε λοξές φετούλες γαλλικής μπαγκέτας ένα κομμένο σκόρδο, να τις αλείψω με λίγο λαδάκι και να τις ψήσω στην τοστιέρα ή στο γκριλ. Απλά πράγματα. Γιατί αν χρειαζόταν να τηγανίσω σε μπόλικο λάδι στρογγυλά ψωμάκια μπριος, όπως ήταν η αρχική μου εκτίμηση, τότε μάλλον οι καλεσμένοι μου δε θα φάνε τίποτε άλλο. Κι εγώ θέλω να φάνε απ’ όλα.

Και να πιούνε απ’ όλα.

English please?

And that moment comes when every cook fears to death: the time of testing.

It’s not like you’re afraid of the test itself or the act of cooking or that you have doubts rearding your culinary skills. It's the unexpected, that thing that you think about and say “OK, I’ve got it” and then come back to it and say “OK, have I got it?”

I sometimes get the impression that I'm something of an alchemist, especially when I cook. That my pot and pan are marmites that mock me: I will not manage in making the magic broth. Or that I’m mixing chemicals and I will soon have someone bring me a guinea pig (I know, creepy picture. But I saw some random pictures of real testing animals and I cannot forget it…)

For the meal I’m planning, tests were a must. A must and a perfect fit for the picture I described above. Product options, testing appliances and pots, trying the marinade thing, the steaming thing, the baking thing and the pepper-essence thing…

For it’s a different thing to say

"Melt a couple of spoonfuls of goose fat, stir in a few spoonfuls of powdered
Eastern red pepper. Stir it, don't let it burn. You get an intensified pepper
flavor."

and another, tottaly different, thing to actually try it. If you leave it till the last minute, you’ll end up with the same problem as mine. I got a strange, thick paprika paste that I won’t be able to pour over the beef brisket and the sour cream. It will have an amazing flavour, but still.

Same frustrating thing might happen to you during various other parts of the meal, like the stuffed fish:

"Freshwater trout," announced Mihi, "from the Adrilankha River, stuffed with carrot slivers, fresh rosemary, salt, crushed black pepper, a sprinkling of powdered Eastern red pepper, minced garlic, and sliced lemon wedges. Accompanied by fresh goslingroot, quick-steamed in lemon butter."



Okay, how hard can it be to stuff a fish fillet? Oh, but it is. At first, I used so small a quantity of carrot that it wasn’t worth mentioning. Then I used so much garlic that my blood pressure dropped. Then I used lemon slices with the pith on. And it came out bitter like hell. And don’t start me talking about turnips that steamed or not steamed, they were so bitter that I finally decided to replace them with white asparagus.

Other tests that were a saviour, was the oil mixture ones

[...]took a small stoneware pitcher from his apron. He gave it a quick, practiced shake, then removed the cork from the pitcher.
The bottle had oil—a mixture of grape-seed, olive, and peanut oil to be precise. The aroma it gave off as it spread over the heated granite was mild, slightly musky.


The trick here was not only in finding the exact proportion of oils which would result in a mild and slightly muscat flavor, but to exactly listen to what uncle Steven has to say. And I was very lucky because the bottle I used was transparent so I saw ...

I saw that the three aforementioned oils do not mix. One of them, probably the peanutoil, falls to the bottom of the bottle. So Mihi’s choise to shake the bottle before opening, was actually a strategic move...

Another point that the test proved itself was the chicken. Added to the fact that the indicative amounts of garlic were clearly overvalued (one clove is actually too much) I rushed the sauce before the garlic was well cooked. The result? The sauce had such an intense flavour, the onion was almost raw and it overshadowed the rest of the dish.

Same thing with the soup. The garlic was very strong, the paprika powder less than it would be nice to have, the saffron was too much, embittering the dish, and salt was enough to cure salmon. Mushrooms should be three times less than the initial quantity used.

But my biggest failure of all, the one that forced me to completely change the description of Broust, was langosh, the garlic bread. The description is as follows:

It consists of a small, round loaf of slightly, very slightly, sweet bread that has been deep-fried. It's served with a clove of garlic. You bite the garlic in half, then coat the bread with it, burning your fingers just a little. Then you take a bite of the garlic, then you wait, and, as it's exploding in your mouth, you take a bite of the bread.


Okay, beyond that there was no way to ask my friends to bite a raw clove of garlic, the exact expression of the writer was “deep-fried”. I should fill a pot with oil and deep a loaf of bread into there to fry it.

Ehm, no. No-no-no-no-no-no-no. It’s much better to serve a simple, plain garlic bread. I’ll cut oblique slices French baguette, rub them with a halved clove of garlic, smeared them with a little oil and grill them in the toaster or grill. Simple things. Because if I had to fry brioche rolls in oil, as was my initial assessment, then my guests would not eat anything else. And I want them to eat some of every dish I will serve them.

And to drink some of all the wines I will pour them.

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Dzur Dinner - Ρέβες, σταφιδέλαιο και άλλα τινά

Η επιλογή των προϊόντων που θα χρειαζόμουν για το γεύμα ήταν η πρώτη μόνο από τις δυσκολίες της αναπαραγωγής του. Η δεύτερη και πιο επίπονη δυσκολία ήταν η εύρεση των προϊόντων αυτών.

Δεν είναι και λίγα. Όχι ότι είναι -τα περισσότερα- τόσο απίθανο και δύσκολο να τα βρεις, αλλά βρε παιδί μου, κάποιες φορές κουράζεσαι και μόνο στην ιδέα ότι θα πρέπει να πάρεις τις ρούγες και ν' αρχίσεις να ψάχνεις.

Από τα λαχανικά, οι ρέβες ήταν το δυσκολότερο νομίζω. Είναι αυτά τα λευκά ραπανάκια που οι Άγγλοι τα λένε turnips. Τα αγαπημένα του Bauldrick δηλαδή. Έπρεπε να περιμένω την εποχή τους; Ή να τα αντικαταστήσω; Ή να τα χρυσοπληρώσω; Έπρεπε να πάρω σβάρνα τις λαϊκές αγορές και τα μανάβικα στο Κολωνάκι. Τα υπόλοιπα λαχανικά, τις καρδιές κοκκοφοίνικα ας πούμε (palmie hearts) ήξερα που θα τις πετύχω, στο διάδρομο με τις κονδέρβες σε μεγάλα σουπερμάρκετ ή σε ντελικατέσσεν. 'Οπως επίσης και τις πιπερίτσες πιμιέντο (ελαφρά καυτερές). Το κριθάρι δεν έκατσα καν να το σκεφτώ, πήρα ένα σακουλάκι σιτάρι, που ξέρω και να το μαγειρεύω και τελείωσε η υπόθεση.

Ένα από τα προϊόντα που ποτέ πριν δεν είχα αγοράσει και τώρα έπρεπε να τα αναζητήσω ήταν το χορσράντις, που στα ελληνικά το λένε καυτερό χρένο. Ανευρέθει σε ντελικατέσσεν, αν και νομίζω ότι το έχω δει και σε μικρότερα σουπερμάρκετ.

Η μεγαλύτερη πρόκληση όμως δεν ήταν ούτε η μαναβική, ούτε η μπακαλική. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν τα λιπαρά. Εκτός από το ευλογημένο το ελαιόλαδο, ο κύριος Μπρουστ μας βομβαρδίζει με φυστικέλαιο, λάδι από σπόρους σταφυλιού και λίπος χήνας. Και καλά το φυστικέλαιο, το έχω αγοράσει κι άλλη φορά και μάλιστα γνωρίζω κι ένα από τα μυστικά του, στο τηγάνισμα πιτσιλάει σα διάολος. Αλλά το άλλο, από τα σταφυλοκούκουτσα; Εκεί ήμουν αρκετά τυχερή, διότι μια μέρα, καθώς έκανα τη βόλτα μου στο κέντρο βρέθηκα μπροστά σε ένα κατάστημα με είδη οικολογικής διατροφής κι ανάμεσά τους βρήκα κάτι που ονομαζόταν σταφιδέλαιο. Ρώτησα την ευγενέστατη κυρία που έχει το κατάστημα και καταλήξαμε κι οι δυο ότι αυτό ήταν που έψαχνα. Έδωσα τα ωραιότατα 6,48 ευρώ μου για 0,75 λίτρα λαδιού και γύρισα στο σπίτι ευτυχής.



Αλλά με το λίπος χήνας τι θα έκανα; Δεν είναι κάτι που το βρίσκεις εύκολα στην Ελλάδα, ούτε καν από σπόντα. Για το λίπος χήνας έπεσα στην ανάγκη των ειδικών: έβαλα μια συνάδελφο να ρωτήσει τον άντρα της που είναι σεφ, πού θα μπορούσα να βρω ένα βαζάκι, έστω 300 γραμμάρια. Κι όταν εκείνος μου είπε ότι μάλλον θα μπορούσα να βρω σε κάποιο ντελικατέσσεν, με δυσπιστία πήρα τηλέφωνο και ρώτησα.

Οι άνθρωποι ήταν ευγενέστατοι και πολύ καλοί στη δουλειά τους. Με ρώτησαν τι ήθελα ακριβώς, πόσο ήθελα και με πήραν οι ίδιοι τηλέφωνο, να μου πούν πότε θα ερχόταν οι παραγγελία. Όταν πήγα να το πάρω, ήταν ακόμα πιο ευγενικοί, παρά που είδαν ότι δεν ήμουν καμιά στρίντζω σεφ των Βορείων Προαστείων, αλλά ένα μισότρελο που ψάχνει να κάνει γαστριμαγικές ζημιές. Και τελικά, μάλλον θα επιστρέψω να πάρω ένα βαζάκι ακόμη. Αν όχι για άλλον λόγο, τόσο μόνο και μόνο γιατί τους ανάγκασα να κάνουν στοκ που πιθανότατα δε θα πουληθεί πριν την ημερομηνία λήξης του. Εφόσον υπήρξαν τόσο εξυπηρετικοί, νομίζω ότι είναι το σωστό εκ μέρους μου, να τους κάνω όσο περισσότερο τζίρο μπορώ.

Υπάρχει και κάτι άλλο που έπρεπε να το ψάξω, αλλά ειλικρινά, δεν είχα καν το κουράγιο: ζαχαρωμένα ροδοπέταλα. Καταρχήν δε πωλείται πουθενά αυτό το πράγμα ως έχει. Και για να το φτιάξω μόνη μου, ούτε λόγος. Δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις στο φαγητό τα τριαντάφυλλα του εμπορίου, του ανθοπωλείου, γιατί είναι γεμάτα με φυτοφάρμακα. Πρέπει να βρεις είτε σπιτικά είτε να πας να ψάξεις τα βιολογικής καλλιέργειας. Κι έπειτα να τα κρατήσεις ζωντανά ως τη μέρα του γεύματος, να τα μαδήσεις προσεκτικά και να τα ζαχαρώσεις εξίσου προσεκτικά. Και να τα σερβίρεις προσεκτικότερα.

Γι' αυτό κι εγώ επέλεξα τη λύση της αντικατάστασης: αποφάσισα να τα αντικαταστήσω με αποξηραμένες φράουλες, που είναι πολύ πιο εύκολο να βρεθούν και να φαγωθούν Γιατί ως ένα σημείο, εκτός από το τι λέει το κείμενο ότι πρέπει να έχει μέσα το πιάτο, είναι και οι συνδαιτημόνες που καθορίζουν το περιεχόμενό του. Κι υποψιάζομαι ότι οι φίλοι που θα καθήσουν σε αυτό το τραπέζι θα βάλουν με λιγότερη δυσπιστία στο στόμα τους ένα φλοιδάκι αποξηραμένης φράουλας απ' ότι ένα ζαχαρωμένο ροδοπέταλο.

Κι αφού αποφασίσαμε τι θα φάμε και το αγοράσαμε κιόλας... Πάμε για τις δοκιμές.

English please?

The selection of products that I needed for the dinner was only the first of the difficulties of its reconstrunction. The second and most painful one was to find those products.


There are quite a few of them to look for. It’s not like it’s that hard to find, but hey, sometimes even the idea of going out and about searching gets me so tired.

Vegetable-wise, turnips were the hardest, I think. I.e.
Bauldrick’s favorites. Should I wait for them to be in season? Or replace them with something else? Or pay a huge amount of money to acquire them? I had to search in the farmers' markets and grocery stores in Kolonaki. The other vegetables, palm tree hearts, I knew I would find in the canned fod departements of the large supermarkets or delicatessen shops. Same thing with the pimento peppers. As of barley, I didn’t even thought about it; I bought a package of wheat, which I know how to cook and the affair ended there.

One of the products that never before had I bought and now I had to look for, was the horseradish. I found it in a delicatessen, but I think I've seen it in smaller supermarkets, as well.

The biggest challenge, however, was neither the greengrocer’s, nor the supermarket’s items. The greatest challenge was fat. Apart from the blessed olive oil, Mr. Brust bombards us with peanut oil, grape seed oil and fat goose. The peanut oil was okay, I've purchased it before and I even know one of its secrets: when frying with it, it spatters like hell. But the other one, the grape seed extracted? I was quite lucky, because one day, as I was strolling downtown I found myself in front of a health food shop and among the other interesting items I found something called stafidelaio. I asked the kind lady who was running the shop about it and we both agreed that it was what I was looking for. I paid 6.48 euros for 0.75 liters and went home happy.

But what about the fat goose? It is not something you easily find in Greece. So I went for a specialist: I had a colleague of mine asking her husband who’s a chef, where I could find a jar of 300 gramms. And when he told me that I could probably find one at a delicatessen, I called and asked, in total disbelief.

People were polite and very good at their job. They asked me what I exactly wanted, how much of it and called me back to tell me when to go by to pick up the order. When I got it, they were even more polite, although they so that I wasn’t an arrogant would be chef, but a damage-inducing half-crazed food lover. To be honest, I’ll probably be back to buy one more jar. If not for any other reason, because they were forced to take some stock most that they likely will not sell before its expiration date. Since they were so helpful, I think that it’s only fair that I do so.

There was something else I had to look for, but honestly, I did not even have the courage to: candied rose petals. First I know not of a place that sells these. Second, no way I’m gonna make them myself. You can not use commercially bought roses from a flower shop, because they are filled with pesticides. I must either find a home grown bunch or look for organic farmed ones. And how do you keep them alive until the day of the meal, how do you carefully pluck them, petal by petal, how do you carefully sugar-coat them?

So I opted for a replacement: I decided to replace them with dried strawberries, which are more easily found and eaten. Because a point other than what the text says is that diners are sure to determine the course’s content. And I suspect that my friends that will be sitting at this table would put in their mouths a small piece of dried strawberry with little disbelief than a candied rose petal.

And once we decided what to eat and bought it... Shall we go for the tests?

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Dzur Dinner - Κατά φαντασίαν επιλογή

Το μεγαλύτερο άγχος που είχα ξεκινώντας να αναπαράξω αυτό το γεύμα, ήταν η αντιστοιχία μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Λόγω του ότι το βιβλίο διαδραματίζεται σε ένα εξ ολοκλήρου φανταστικό κόσμο, ο εκάστοτε συγγραφέας (πόσω μάλλον ο Μπρουστ που είναι και καλός συγγραφέας) πάντα προσπαθεί να νοστιμίσει την αφήγησή και τις περιγραφές του με φανταστικά ονόματα και πράγματα που απλά αυξάνουν τον εξωτισμό.

Το νούμερο ένα πρόβλημα λοιπόν, θα ήταν να υπάρχει στο γεύμα κάτι που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Και «κάτι τέτοια» υπήρχαν πολλά.



Η πρώτη δυσκολία ήταν το τυρί. «Σερτάλια» το λέει ο Μπρουστ, σα να λέμε «κεφαλογραβιέρα». Μόνο που το Σερτάλια δε μοιάζει σε τίποτε με κεφαλογραβιέρα. Για την ακρίβεια η περιγραφή του είναι η εξής*:


[…] το λένε Σερτάλια -ένα πολύ μαλακό τυρί που το αλείφεις αντί να το κόψεις,
και το οποίο είχε γεύση που θύμιζε άγριο θρούμπι και κάτι γλυκό. Επίσης
γαργαλούσε ελάχιστα την άκρη της γλώσσας.


Υπάρχει άραγε τυρί με αυτές τις ιδιότητες στην ελληνική αγορά; Θα μπορούσε να μοιάζει λιγάκι με το ανθότυρο (λίγο γλυκό και πολύ μαλακό) αλλά δεν το αλείφεις κιόλας, ούτε κι έχει μυρωδιά από θρούμπι, ούτε και τσιμπάει λίγο στη γλώσσα. Το κατίκι πάλι έχει τις άλλες μισές ιδιότητες: τσιμπάει στη γλώσσα και αλείφεται, ωστόσο ούτε κι αυτό έχει τη μυρωδιά από θρούμπι.

Η λύση εδώ είναι αρκετά απλή, παρά που κλέβω λιγάκι στο παιχνίδι για να την καταφέρω: ένα μείγμα τυριών, ανθότυρο και κατίκι, με ελάχιστο θρούμπι μέσα για να έχουμε όλα τα ζητούμενα σε μια μπουκιά. Φυσικά οι αναλογίες είναι πρόβλημα και θα χρειαστώ αρκετές προσπάθειες για να καταφέρω αυτό ακριβώς που περιγράφεται.

Ένα άλλο είδος τυριού, το τυρί νίθλαν, είναι πολύ πιο εύκολο να αντικατασταθεί, κι αυτό γιατί η περιγραφή του είναι σύντομη κι όχι πολύ περιεκτική:


[…] οξύ και μοσχάτο […]

και τρίβεται πάνω από μια σαλάτα. Λίγο δύσκολο να μην αναγνωρίσεις την παράξενη δυνατή γεύση της ώριμης παρμεζάνας. Το δυνατό τσένταρ επίσης θα μπορούσε να ανταποκρίνεται, όμως δεν είναι τυρί για τρίψιμο. Το παράδοξο εδώ είναι μάλλον λογοτεχνικό κι όχι γαστρονομικό: η μεγάλη και λεπτομερής περιγραφή, αντί να βοηθήσει, δυσχεραίνει το έργο του μάγειρα. Ενώ η σύντομη και λιτή, αφήνει περισσότερα στη φαντασία και διευρύνει τη λίστα των υλικών με τα οποία μπορείς να δουλέψεις.

Μια δεύτερη δυσκολία είναι τα διάφορα φρούτα και ξηροί καρποί που κάποιες φορές δεν περιγράφονται καν. Και δεν είναι ένα και δύο. Μετρείστε: rednuts, tartberries, goslingroot, ένα ψάρι ονόματι longfish, flatnuts, brittleberries, whiteblossom, honeykeolsch.

Αν εσείς ζαλιστήκατε, δικαίως εγώ πήγα να λιποθυμήσω. Ευτυχώς τα περισσότερα δεν απαιτούνται για την αναπαραγωγή του γεύματος, παρά μόνο για μια ιδέα σχετικά με το πώς μυρίζει το ένα ή το άλλο τρόφιμο. Από τη μια τα περισσότερα είναι αρκετά περιγραφικά από μόνα τους: ας πούμε το whiteblossom δε μπορεί παρά να είναι κάποιο μικρό λευκό άνθος, όπως -λέω τώρα- η σαμπούκα ή το χαμομήλι. Από την άλλη, όμως, έχουμε και κάποια για τα οποία η περιγραφή δε βοηθά: εντάξει, το ψάρι είναι μακρύ. Αλλά ποιο από τα μακρόστενα ψάρια; Χέλι; Ξιφίας; Ζαργάνα; Και το goslingroot, που είναι και το συνοδευτικό του ψαριού; Τι σόι κόνδυλος είναι; Ρέβα ή καρότο; Κάποιο είδος πατάτας ίσως, γλυκοπατάτα ή κάτι τέτοιο; Ή μήπως κάποιο είδος σπαραγγιού (αν θέλω να παραβλέψω τη λέξη root με γνώση των συνεπειών του νόμου);

Και οι ξηροί καρποί; Εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να χρησιμοποιήσω είναι το rednut. Ένας κόκκινος καρπός σαν καρύδι. Φιστίκι πεκάν; Καλή η προσπάθεια αλλά όχι. Διότι σε κάποιο άλλο σημείο, ο συγγραφέας αναφέρεται στα πεκάν με το όνομά τους. Οπότε δεν είναι πεκάν. Εδώ ελλοχεύει και η τεμπελιά μου, κρυμμένη, πίσω από την σκέψη ότι έχω να ψάξω πολλά άλλα πράγματα, ας μην ψάξω κι αυτό. Μήπως να αντιστοιχήσω το rednut με πεκάν και να τελειώνει η υπόθεση εκεί; Ή να κάνω το απλούστερο, να χρησιμοποιήσω αμύγδαλα ή φουντούκια και να τα βάψω κόκκινα με βαφή ζαχαροπλαστικής;

Κι ύστερα είναι και τα κρασιά. Ένα παγωμένο Ντεφρίνα ή ένα Άιλορ Φενάριο επιδορπίου, ένα Κοιλάδα Μπρέσκα, ένα Πυμίν ή ένα Λεσκόρ από το Γκουιντσέν… Αλλά για τα κρασιά θα χρειαστώ μια ολόκληρη, ξεχωριστή ανάρτηση.

English please?

When I started recreating this meal, my most feared issue was the matching of real and imaginary. Because of the book taking place on an entirely fictional world, any writer (let alone Brust who’s a good writer) would try to add gusto to the narrative and descriptions, using fictitious names and things that their only goal is to increase the exotic feeling.

So problem number one would be the meal involving something that does not exist in reality. And “somethings” like that were many.

The first difficulty was the cheese. “Sertalia” says Brust, as if “Gruyere”. Only the Sertalia is in no way like Gruyere. In fact the description is as follows*:


[...] called Sertalia—a very soft cheese that you spread, rather than slice, and
that had a flavoring reminiscent of wild savory, and a bit of sweetness. It also
produced just the least tingle on the tip of the tongue.


Is there a cheese with such properties in the Greek market? It seems a bit like the anthotyro cheese (a little sweet and very soft, like a shaped ricotta) but it’s not spready and doesn’t smell of savory and doesn’t tingle the tongue. On the other hand katiki cheese, regional of the Domokos area in Greece, has the rest of the wanted qualities: it tingles the tongue and it’s spready, but even this doesn’t smell of savory.

The solution here is quite simple, although I am cheating a bit: a mix of cheeses, anthotyro and katiki, with just a pinch of dried savory, to have all the requested qualities in a mouthful. Naturally the ratio of the ingredients is a problem and I’ll need a few tries to achieve the described result.

Another type of cheese, cheese nithlan is much easier to replace, and this is because the description is brief and not very, well, descriptive. It’s


[...]sharp and musky [...]


and grated over a salad. It’s impossible not to recognize the strong taste of the bizarre mature taste of parmesan. Strong cheddar could also do, but it’s not for grating. The paradox here is a literary one rather than gourmet one: instead of helping out, the long and detailed description complicates the work of the cook. While the short and simple leaves more to the imagination and elongates the list of materials you can work with.

A second difficulty is the different fruits and nuts that are sometimes not even described. And it’s not like there are one or two of them. Count with me: rednuts, tartberries, goslingroot, a fish called longfish, flatnuts, brittleberries, whiteblossom, honeykeolsch.

If you are stunned, I reserve the right to faint. Fortunately most of them are not necessary to reconstruct the meal, except from helping to identify the various smells. Some are most descriptive by themselves: for example, whiteblossom can only be a small white flower, like sambuca and chamomile. On the other hand, some of the descriptions don’t help at all: Okey, the fish is long. But which of the elongated fish? Eeel? Swordfish? Needlefish? And what about goslingroot, side dish to the fish? What kind of a root is it? White turnip or carrot? Some kind of potato, sweet potato or something? Or maybe some kind of asparagus (if you unashamedly ignore the word “root” on its name)?

And the nuts? What I must use is rednut. A red fruit like a nut. Pecan nut? Nice trying but no. At some other point, the author refers to pecans by their name. So pecan exists in the Brust universe. Here lurks my laziness, hidden behind the idea that I can do research for many other things, but I don’t want to research that. Should I say the rednut is pecan and end the matter there? Or should I do the simplest cheat, use almonds or hazelnuts and red food colouring?

Then there are the wines. A chilled Defrina, an Ailor Fenario dessert wine, a Doe Valley Brescia, a Pymin or a Lescor from Guinchen... But for the wines I’ll be needing a post per se.

*Οι ερασιτεχνικές μεταφράσεις δικές μου. / The amateur translation credits go to me

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Dzur Dinner Reconstructed

Σχετικά πρόσφατα, στις παρέες μου κουβεντιάζεται μια ιδέα σχετικά με κάποιο ριάλιτι μαγειρικής. Συγκεκριμένα, κι επειδή είμαστε οι περισσότεροι λάτρεις του φανταστικού, προτάθηκαν διάφορες ιδέες, για σουπιές αλά Κθούλου, αμμοσκούληκο με μπαχαρικά ψητό στα κάρβουνα και μπρουσκέτες με ψωμί λέμπας.

Σκέφτηκα λοιπόν, το εξής: Γιατί η επόμενη συγκέντρωση φίλων που θα γίνει σπίτι μου να μην έχει ένα χρώμα κι άρωμα φανταστικό; Το σκεφτόμουν αρκετό καιρό, να πω την αλήθεια, αλλά δεν υπήρχε κάποια ιδέα που να μου αρέσει τόσο ώστε θέλω πραγματικά να την προσφέρω σ' αυτούς που αγαπώ ως έδεσμα κι απόλαυση.

Μέχρι που έπεσε στα χέρια μου, αρχές Σεπτεμβρίου, αυτό το βιβλίο:


Όπως διακρίνεται και στη φωτογραφία, πρόκειται για το Dzur, του Steven Brust, το δέκατο βιβλίο της σειράς φάνταζυ νουάρ, με ήρωα τον Βλαντ Τάλτος. Γενικά ο Μπρουστ έχει μια υπέροχη αδυναμία στις παράξενες τεχνικές αφήγησης: Ας πούμε το "Teckla", το τρίτο βιβλίο της σειράς, υπάρχει στον πρόλογο ένα σημείωμα του ήρωα προς το τύπο που έχει το τοπικό καθαριστήριο (ένα γκρι πουκάμισο με λεκέ κρασιού στο δεξί μανίκι, λεκέ λίπους στο αριστερό και ένα σκίσιμο για μαντάρισμα στο δεξί μανικέτι, κοκ). Όταν ξεκινάει η πλοκή, παρατηρείς με έκπληξη ότι κάθε μια αναφορά σε λεκέ ή σκίσιμο, εξηγείται στο εκάστοτε κεφάλαιο, έτσι λερώθηκα με κρασί, έτσι με λίπος, έτσι σκίστηκε το μανικέτι. Κι ενώ ξέρεις περίπου τι πρόκειται να δεις (πχ. όταν ζητείται να καθαριστεί ο λεκές από αίμα στο παντελόνι), ωστόσο δεν ξέρεις ποτέ πώς πρόκειται να το δεις κι αυτό εντείνει την απόλαυση της ανάγνωσης.

Στο Dzur λοιπόν, ο άτιμος ο Μπρουστ έχει άλλο βιολί. Ξεκινάει με τον Βλαντ να κάθεται στο αγαπημένο του εστιατόριο και να δέχεται ως παρέα έναν αφέντη Dzur. Κι ύστερα στην αρχή κάθε κεφαλαίου, περιγράφει ένα μέρος του γεύματος αυτού, με τόση επιμονή, λεπτομέρεια κι αγάπη, που...

...Εεεε, που αποφάσισα ότι αυτήν την ιδέα περίμενα για να αναπαράγω.

Έτσι, κι ενώ ίσως δε θα 'πρεπε να χαλάσω την απόλαυση εκείνων που τελικά θα καθίσουν στο τραπέζι αυτό μαζί μου, λίγο-λίγο, θα μαζέψω τις ετοιμασίες μου και τις προσαρμογές μου και θα ασχοληθώ με το γεύμα αυτό και δημοσίως.

Περιττό να πω ότι είμαι ξετρελαμένη με την προοπτική ενός Dzur Dinner Reconstracted. Με ιντριγκάρει το ότι κάποια πράγματα πρέπει να τα φτιάξω μόνη μου, να καθίσω και να σκεφτώ με τι θα μπορούσα να τα αντικαταστήσω, με τι θα ήθελα να τα παρουσιάσω. Ο Μπρουστ έχει καταφέρει να γίνει απόλυτα περιγραφικός ακόμη και στα κρασιά: υποθέτω ότι δε θα είναι καθόλου δύσκολο σε έναν σομελιέ να μου βρει ποια κρασιά είναι αυτά που περιγράφονται.

Όσο για τα φαγητά... Έχετέ μου εμπιστοσύνη.

Το γεύμα αυτό θα σερβιριστεί σε πέντε Κυριακές από σήμερα, στις 21 Νοεμβρίου, πέντε μέρες μετά τα γενέθλιά μου. Ως τότε, και κάθε Κυριακή, θα ανεβάζω κάτι σχετικό με το γεύμα, είτε για το περιεχόμενό του, είτε για τις δυσκολίες και τις ιδέες της ανακατασκευής του.

Με τις ευχές σας.


English please?

These days my friends and I talk about a cooking reality show. All of us are fans of fantasy literature, so we all offered several ideas for cuttlefish a la Cthulhu, grilled sandworm with spices and bruscetta with lembas bread.

So here’s what I thought: why shouldn’t the next gathering of friends at my place have a fantasy theme? To tell the truth, I’ve been thinking about it for quite some time, but there wasn’t any idea to love so much that I would really want to offer to my friends. An idea for them to both eat and delight.

Until on early September, this book fell into my arms:



As you can tell from the picture, it's Dzur, by Steven Brust, the tenth book in the fantasy noir series, starring Vlad Taltos. Generally Brust has a soft spot for strange narrative techniques: for example, in "Teckla", the third book in the series, the preface is a note from the hero to the guy who has the local laundry (gray shirt with a wine stain on right sleeve, grease stain on the left sleeve and a tear on the right cuff, etc.). When you start the story, you note that any reference to a stain or tear is explained in the chapter, such was the sleeve stained with wine, such was the sleeve stained with fat, such was the cuff torn. And while you know what you’re going to see (e.g. clean the stain of blood on the trousers), you never know how this is going to happen and this stimulates the pleasure of reading.

In Dzur, Broust has found new literature toys to play with. It begins with Vlad sitting at his favorite restaurant with a Dzurlord as dinner companion. Then at the beginning of each chapter, he describes a part of the meal, with so much tenacity, detail and love that ...

... that, well, I decided that this was the idea I was waiting to find and recreate.

Thus, and while perhaps I shouldn’t spoil the surprise to those who will ultimately sit on that table with me, little by little, I will gather all the preparations and adjustments I will have to make and I will talk about that meal in public.

Needless to say I'm infatuated with the prospect of a Dzur Dinner Reconstructed. I am intrigued by the prospect of things I need to make by myself, I sit and think what and with what I could replace, how I want them to be displayed. Brust has managed to become utterly descriptive, even when it comes to wine: I guess it won’t be difficult for a sommelier to find the wines that are described.

As for the food ... Trust me.

This meal will be served five Sundays from today, on November 21, five days after my birthday. Until then, and every Sunday, I will be uploading something about the meal, either the content or the problems and ideas of its reconstruction.

Wish me lack?

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Υλικά / My pantry

Είναι λίγες μέρες που τακτοποίησα το ράφι με τα μπαχαρικά μου κι όπως μ' έπιασε η προκοπή έριξα μια ματιά και στο ράφι των ζυμαρικών. Γενικώς και όσον αφορά το ράφι των μπαχαρικών, είχα την τάση να διασκορπίζω το περιεχόμενό του στους πέντε ανέμους: ένα βαζάκι εδώ, ένα κουτάκι εκεί, ένα μπουκαλάκι παραπέρα. Ε, είπα νισάφι κι έκατσα να τα μαζέψω (και να δω και τι μου λείπει για να κάνω προμήθειες). Κι όπως είχα και πρόσβαση σε μηχανή να πάρω και μια φωτογραφία, να θυμάμαι πώς ήταν όταν το έφτιαξα. Διότι είναι ηλίου φαεινότερον ότι σε δυο-τρεις μήνες το σκόρπισμα τους πέντε ανέμους θα επανέλθει δυναμικά.



Μην τολμήσει κανείς να κοροϊδέψει το σεμεδάκι, τον έφαγα λάχανο. Ξέρεις από τι τρίξιμο σε γλιτώνει;

Στο κάτω-κάτω ράφι, το πιο εύκολα προσβάσιμο έχω τα βασικά του μαγειρέματος: αλάτι, πιπέρισε κόκκους και τριμμένο, κανέλα, γαρύφαλο ολόκληρο και τριμμένο, δυόσμος -ένα μυρωδικό που στο σπίτι μας το χρησιμοποιούμε πιο συχνά κι από μαϊντανό-, και μερικά ακόμη, όπως κύμινο, βασιλικός, ρίγανη, μπαχάρι τριμμένο και σε κόκκους, κόκκοι πράσινου, λευκού και ροζ πιπεριού, τσίλι, τζίντζερ τριμμένο, θυμάρι και πάπρικα γλυκειά. Εκεί επίσης, στη γωνίτσα έχω και τις οδοντογλυφίδες. Κάποιες φορές είναι απαραίτητες και στο μαγείρεμα και τις θέλω σε πρώτη εφεδρεία.


Κι επειδή η αγορά μπαχαρικών είναι δική μου υπόθεση στο σπίτι και το παρακάνω με εξωτικές και μυστήριες πούδρες, για να μη μπερδευτεί κανείς άλλος μάγειρας -η μητέρα κι η αδελφή μου- κι αφρίσουν τα μέσα μας, έχω γράψει πάνω σε κάθε βαζάκι τι περιέχει. Για παν ενδεχόμενο.


Αυτά τα τρία βαζάκια στο δεύτερο ράφι είναι αυτά που εγώ προσωπικά χρησιμοποιώ το περισσότερο: Δάφνη, μουστάρδα σκόνη και σουμάκ. Χτες μάλιστα έφτιαξα φιλετάκια από στήθος γαλοπούλας στο αντικολλητικό τηγάνι, σχεδόν μόνο με αυτά τα τρία, ούτε καν λάδι. Και κόντεψα να σκάσω από το φαΐ. Στο δεύτερο ράφι υπάρχουν επίσης τα διάφορα ροφήματα, τσάγια και τέτοια, καθώς και σύνεργα ζαχαροπλαστικής, σόδα, αμμωνία, βανιλίνη, baking powder.

Το τρίτο ράφι φιλοξενεί τα λιγότερο χρησιμοποιούμενα μπαχαρικά. Στην πρώτη φωτογραφία φαίνονται πολύχρωμα sprinkles για τα γλυκά, τριμμένα κεδροκούκουτσα (juniper berries), άμχουρ (άγουρο αποξηραμένο μάνγκο σε σκόνη), κορίανδρος τριμμένος και σε κόκκους, μαντζουράνα και μια αποτυχημένη προσπάθεια για home-made σκορδοπίπερο. Πίσω από αυτά κρύβονται ένα σωρό άλλα μπουκαλάκια που θα έκαναν τη μάνα μου να φρικάρει εντελώς: μαυροκούκκι, παπαρουνόσπορος, μουστάρδα γλυκιά και καυτερή σε κόκκους, καρδάμωμο, κακουλέ και μαχλέπι, σαφράν και κουρκουμάς, θρούμπι, δεντρολίβανο, άνθη σαμπούκου, φύλλα Αιγύπτου και κάτι άλλα τα οποία ούτε κι εγώ δε θυμάμαι. Την πρώτη φορά που πήγα στο μπαχαρτζίδικο που ψωνίζω συνήθως στου FoTsi, στην Ευριπίδου, ο καλός και εξυπηρετικός κυριούλης με ρώτησε να τα θέλω σε τιμολόγιο. Σε μπαχαρτζίδικο, όπου τα διακόσια γραμμάρια του εμπορεύματος έχουν μέση τιμή 1 ευρώ, εγώ κάνω λογαριασμούς των 20 ευρώ...


Στην άλλη άκρη της κουζίνας υπάρχει η συλλογή του των ζυμαρικών... χμ, ναι. Αυτό είναι κάτι που σπάνια το παραδέχομαι με αυτόν τον τρόπο, όμως πάντοτε το κάνω κι όποιος με έχει δει έστω μια φορά θα ξέρει για ποιο πράγμα μιλάω. Όταν πάω σε ένα μέρος όπου να πωλούνται ζυμαρικά, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να αγοράσω αυτά τα ζυμαρικά που δεν έχω στο σπίτι ή δε μπορώ να βρω στο κοντινό μου σουπερ-μάρκετ. Κοραλάκι τρικολόρε με ρίγες; Ναι. Κριθαράκι ζυμωμένο με χυμό παντζαριού; Ναι. Γλώσσες της πεθεράς; Ναι. Παιδικά σχέδια ότιναναι; Ναι, ναι, ναι, ναι, ναι... Φυσικά τα χρησιμοποιώ κιόλας, δεν τα στολίζω μόνο. Αλλά ομολογώ ότι η πρώτη μου παρόρμηση είναι να τα στολίσω.


Προς το παρόν το ράφι φιλοξενεί σχήματα ρόδας, σταριού και καρδούλες τρικολόρε. Υπάρχουν επίσης οι λεγόμενες pippe rigate κι εδώ σας αφήνω να κάνετε ό,τι υπονοούμενο θέλετε, αναλογιζόμενοι ότι κάτι θα βρεθεί στο ράφι μου των μπαχαρικών για να το μπαχαρίσω παραπάνω...

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Τσάι Αναρρώσεως - Τσάι Αναψυχής



Σας αρέσει το τσάι; Εμένα προσωπικά... Δεν ξέρω. Ίσως είναι τα σύνδρομα τα παιδικά, όπου τσάι ίσον αρρώστια, φιδές, ντεπόν σιρόπι, καταπίεση. Από την άλλη, ειδικά τις μέρες που έρχονται, γιορτινές, μέρες ηρεμίας στο σπίτι, είναι ωραία να έχεις κάτι ζεστό να πιεις κοιτώντας από το παράθυρο, με τις παντόφλες-ζωάκια στα πόδια και τις πιτζάμες φλις. Έχω άδικο;



Για να πω την αλήθεια μου, το παλιό σκούρο, "ευρωπαϊκό" τσάι που με πότιζε η γιαγιά μου στην παραμικρή υποψία σιναχιού δεν μοιάζει σε τίποτε με τις λεπτές γεύσεις που υπάρχουν πλέον διαθέσιμες στην αγορά. Εκείνο το παλιό μαύρο τσάι, το κλασσικό Λίπτον, το επονομαζόμενο και "τσάι αναρρώσεως", ήταν μια αηδία και μισή, ένα πράμμα με γεύση σα στουπέτσι, πικρό σα διάολος και φαρμακευτικό όσο δεν παίρνει. Το ελληνικό τσάι, του βουνού που λέμε, ήταν πιο υποφερτό, αλλά και πάλι η παρουσία του είχε συνδυαστεί με πρησμένες αμυγδαλές και απουσία από τη χορωδία του σχολείου (ένα από τα πράγματα για τα οποία μισώ τις αμυγδαλές μου είναι και αυτό, μιας και η χορωδία ήταν η αγαπημένη μου τεμπελιά εκείνη την εποχή).



Τώρα τα πράγματα είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα. Μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα σε μια πληθώρα γεύσεων, που κάνει το μαυριδερό νερόπλυμα να καταπίνεται αγόγγυστα. Υπάρχουν στιγμές το χειμώνα που ένα καλό φλιτζάνι Earl Grey (μαύρο τσάι με άρωμα περγαμόντο) μπορεί να αντικαταστήσει τον απογευματινό μου καφέ. Και μάλιστα χωρίς να χρειάζομαι ταυτοχρόνως αντιπυρετικό.



Ακόμη κι αν υπάρχει στο σπίτι μόνο το παλιό στουπέτσι Λίπτον, ακόμη και τότε, έχουμε μάθει πια να αντιμετωπίζουμε την κατάσταση από μόνοι μας κι από τσάι αναρρώσεως να το μετατρέπουμε εύκολα σε τσάι αναψυχής. Με μια φέτα λεμόνι ας πούμε, ή ανακατεύοντας το τσάι αντί με το κουταλάκι, με ένα ξυλάκι κανέλας. Το άρωμα που παίρνει από την κανέλα είναι πολύ διακριτικό και το λεμόνι, οσοδήποτε λίγο κι αν ρίξεις, ξανοίγει κάπως το απαίσιο μαυριδερό χρώμα του τσαγιού.



Κανέλα, λεμόνι, ζάχαρη. Υπάρχει και το γάλα θα μου πείτε. Εντάξει, αλλά όπως είπε κι ο Νταν Μπράουν στον Κώδικα Νταβίντσι -κι όλες οι νεόπλουτες κι αισθαντικές κυράδες αναφώνησαν εκστασιασμένες "ωωωωω, μα τι τσέτερμαν είναι αυτός ο Μπράουν που ξέρει και βάζει τέτοια κομψά πράγματα στα βιβλία του;"- αλλά όχι για το Earl Grey. Το άρωμα των εσπεριδοειδών δεν ταιριάζει με το γάλα...



Και φυσικά, μιας και με το τσάι αναψυχής διασκεδάζουμε την αίσθηση της γεύσης, γιατί να μην το συνοδεύσουμε και με ένα μικρό γλυκάκι, διακριτικό στη γεύση του όσο και τα αρώματα του τσαγιού; Όχι τίποτε βαρύ, με κρέμες και μαρμελάδες, όπως συνηθίζουν έξω, αλλά κάτι πιο κομψό, πιο λεπτεπίλεπτο, πιο...



Ακριβώς αυτό έψαχνα τελικά. Δεν είναι τέλειο το παλμιέ με το τσάι; Ένα μικροσκοπικό μπισκοτάκι, που δεν είναι καν μπισκοτάκι, με τραγανή ζάχαρη ανάμεσα στις πτυχές του κι ένα απαλό άρωμα κανέλας. Βουτυράτη ζύμη, φουσκωτή, σφολιατένια.



Κι έχει και σχήμα καρδούλας. Να το μοιραστείς με τον αγαπημένο σου, χουχουλιάζοντας αγκαλιά. Τι άλλο είναι οι γιορτές από αυτό;

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Γεύμα επί μετα-πτυχίω / Post-Graduate Dinner

Μετά από κόπους δύο και πλέον ετών, η αδελφή μου Πόπη τελείωσε επιτέλους το μεταπτυχιακό της.

Οι λεπτομέρειες πιστεύω ότι δεν ενδιαφέρουν ιδιαίτερα (πού, πότε, πώς και κυρίως γιατί), παρεκτός κι αν είστε του στενού μας οικογενειακού και φιλικού κύκλου, οπότε πιθανότατα τα ξέρετε ήδη από πρώτο χέρι. Εκείνο όμως που θα ήθελα έστω μια φορά να μοιραστώ με τους υπόλοιπους είναι ο τρόπος που γιορτάζουμε τέτοιου είδους γεγονότα στο σπίτι μας.

Τρώγοντας.

Ω, ναι. (Και σιγά που δεν το καταλάβατε ήδη.)

Γενικά την οικογένεια Δεσποτάκη τη διακατέχει μια πληθώρα κατοχικών συνδρόμων, που
απορρέουν κυρίως από το ότι έχουμε μεγαλώσει με τις γιαγιάδες μας. Δεν πετιέται ποτέ τίποτα. Κι επιπλέον, όταν θες να περιποιηθείς κάποιον το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να τον μπουκώσεις.

Λογικό ήταν λοιπόν, όταν η Πόπη θέλησε να γιορτάσει το πτυχίο της, να καλέσει τους φίλους της και να τους μπουκώσει. Η γιορτούλα έγινε πριν από κανένα μήνα και το μενού ήταν λιτό κι απέριττο:

· Ένα πατσγουόρκ από καναπεδάκια σε φετούλες από μπαγκέτα, στολισμένα με τυρί κρέμα, πατέ τόνου, βούτυρο Κερκύρας, ελιές γεμιστές, κάπαρη, πιπεριές διαφόρων χωμάτων, αγγούρι φρέσκο και τουρσί, τυρί Edam, ζαμπόν. Όταν η Πόπη θέλει να παίξει, παίζει με το φαγητό της.

· Τυροπιτάκια παραδοσιακά με φρέσκο βούτυρο, ανθότυρο και φέτα, συνταγή της θείας μας της Τασίας Δ., που τα κάνει θεϊκά. Ευτυχώς η θεία έχει βαφτίσει την Πόπη και με το λάδωμα πέρασε η χάρη της στα τυροπιτάκια και στην αδελφή μου.

· Κροκέτες με πουρέ πατάτας και τυρί ρεγκάτο Kerrygold. Τη συνταγή, αν είστε τυχεροί θα τη βρείτε στο κουτί του πουρέ πατάτας Knorr. Όταν είναι ζεστές, δεν παίζονται.

· Λουκανικάκια Βιεννουά τυλιγμένα σε μπαίηκον. Την παρακάλεσα να με αφήσει να τα τυλίξω από την προηγούμενη μέρα και να τα μαρινάρω όλη τη νύχτα σε κόκκους πιπεριού και σταγόνες ούζου. Δε με άφησε, η κακιά.

· Σαλάτα Φάρμα, αγοραστή. Είναι μερικά πράγματα που απλά δε μπορείς να τα φτιάξει όπως τα φτιάχνει το εργοστάσιο.

· Μελιτζανοσαλάτα, και αυτή αγοραστή. Ντροπή μας, γιατί γίνεται πολύ εύκολα και πολύ πιο νόστιμη στο σπίτι. Την αγόρασα γιατί ήταν δίπλα στο σκαφάκι της Σαλάτας Φάρμα και μ’ έπιασε το σύνδρομο του Αχόρταγου Ματιού.

· Σαλάτα καλαμποκιού και καρότου, με τυρί και ζαμπόν σε σως Χίλια Νησιά. Ελαφρύ και απλό, πέντε υλικά και ανοίγει την όρεξη. Επιπλέον επιμένω να λέω τη σάλτσα Thousand Island με την ελληνική της μετάφραση, λόγω της θητείας μου στους διαδρόμους ενός σούπερ-μάρκετ.

· Μακαρονοσαλάτα με ψιλοκομμένα λαχανικά, αγγουράκι τουρσί και τυρί σε σως Προχειρέφ. Για τη σως Προχειρέφ, τη μεγαλύτερη ανακάλυψη μετά το έτοιμο ξεκουκουτσιασμένο κερασάκι, θα σας μιλήσω αναλυτικά σε επόμενες αναρτήσεις. Επίσης για τη μακαρονοσαλάτα μου αυτή θα τα πούμε διεξοδικότερα, μιας και είναι η σπεσιαλιτέ μου.

· Χωριάτικη σαλάτα με φέτα βαρελίσια και κάπαρη. Και ουδέν περαιτέρω σχόλιο.

· Λαχανικά γκρατινέ (μελιτζάνα, κολοκύθι, πατάτα, τρία είδη πιπεριάς με μπεσαμέλ στο φούρνο). Κάποια από τους καλεσμένους ήταν χορτοφάγοι κι αυτό ήταν το κυρίως πιάτο τους. Βγήκε λίγο αλμυρό, αλλά εγώ έφαγα τρία κομμάτια. Μακάρι να μπορούσα να φάω όλο το ταψί, και σας χάριζα όλο το υπόλοιπο τραπέζι.

· Κανελόνια γεμιστά με κιμά και σάλτσα ντομάτας, ψημένα σε σάλτσα ντομάτας και
πασπαλισμένα με ΠΟΛΥ τυρί. Τούρκος, αγά μου.

· Στήθος κοτόπουλο σε μπουκιές με γλυκόξυνη σάλτσα Uncle Ben’s ενισχυμένη. Αυτή είναι η σπεσιαλιτέ της Πόπης. Κανονικά, οι οδηγίες λένε να ζεστάνεις ελαφρά τη σάλτσα με λάδι και να τη σερβίρεις. Η Πόπη έχει βρει άλλο βιολί: σωτάρει κρεμμύδι, πιπεριά και μπαίηκον, κατόπιν προσθέτει και τσιγαρίζει γενναία το κοτόπουλο και τέλος βάζει τη γλυκόξυνη σάλτσα συν μια γεμάτη κουταλιά της σούπας πελτέ ντομάτας και τα σιγοβράζει. Ούτε καν προσέχεις τον ανανά και τα κομμάτια μπαμπού.

·Σουτζουκάκια πλασμένα στρογγυλά, ψημένα στο φούρνο με σκέτη σάλτσα ντομάτας. Γιατί τραπέζι χωρίς σουτζουκάκια είναι χωριάτικη χωρίς αγγούρι.

· Ρύζι πιλάφι με ψιλοκομμένο καρότο, αρακά και καλαμπόκι, για να κομποζάρει με τις
σάλτσες του κοτόπουλου και των σουτζουκακίων.

Τώρα για γλυκό… τι να σας πω. Είχαμε παραγγείλει φοβερά τρίγωνα Θεσσαλονίκης σε μπουκίτσες και νεγράκια από ένα τοπικό ζαχαροπλαστείο του Βύρωνα (και γι’ αυτό θα σας κάνω κουβέντα κάποτε), τα οποία τα κάνει ο άτιμος ζαχαροπλάστης όχι με κρέμα αλλά με σαντιγύ και τρως όσο να μη χωράς άλλο. Δεν είχαμε υπολογίσει ότι όλα τα καλόπαιδα θα φέρνανε κι από ένα γλυκάκι διαφορετικό. Τι ταρτάκια με φρούτα, τι σοκολάτες Max Perry, τι μια τάρτα σοκολάτας από ένα ζαχαροπλαστείο στο Χαλάνδρι, τι ξεχνάω δε θυμάμαι, γιατί από τη ζάχαρη κόντεψα να πέσω σε κώμα…

Άντε αδελφάκι, χαλάλι σου. Καλή σταδιοδρομία και καλά μυαλά.


Και λίγες, κακές ως επί το πλείστον φωτογραφίες:



Το αμαρτωλό γκρατέν λαχανικών. Μην το βλέπετε έτσι αθώο, είναι ικανό να ξεμυαλίσει πολύ κόσμο.

Τα κανελόνια. Η όποια λευκότητα ή κιτρινότητα καλύπτει το κόκκινο της σάλτσας είναι τυρί.

Η χωριάτικη, οι δύο αγοραστές σαλάτες και τα τυροπιτάκια. Διαφαίνεται επίσης το κοτόπουλο με τη γλυκόξυνη σάλτσα και η μακαρονοσαλάτα. Η πιατέλα με τα λουκανικάκια έχει προσπαθήσει ανεπιτυχώς να μπει στο πλάνο. Κρασί και ούζο για να μην μας καθήσει το φαΐ στο λαιμό.

Η σαλάτα καρότου και τα λουκανικάκια φωτογραφίζονται σε ανέμελες πόζες με το κοτόπουλο και τη μακαρονοσαλάτα. Η σφαγή θα αρχίσει σε λίγο.


Οι κροκέτες, οι ντίβες του τραπεζιού, με φόντο τους λοιπούς πληβείους.

Τα καναπεδάκια. Είχαν ήδη φύγει μερικά όταν έφτασα από πάνω τους με την φωτογραφική μηχανή.


Και μια συνολική εικόνα του τραπεζιού, η οποία άγχωσε αρκετά τους συνδαιτημόνες. Θα προλάβουν άραγε να δοκιμάσουν απ' όλα, πριν τουρλώσει η κοιλιά τους ως απέναντι από το φαΐ;

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009

Σοκολατάκια με μπισκότο σε διάφορες γεύσεις-2

Έχω σκάσει από το κακό μου, για τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι ότι τα σοκολατάκια αυτά τα αγαπώ πολύ και αναγκάστηκα για λόγους που άπτονται της νοστιμιάς τους να ποστάρω τη συνταγή χωρίς φωτογραφίες. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι σήμερα που τα έφτιαξα ξανά και είχα και φωτογραφική μηχανή, οι φωτογραφίες είναι άθλιες! Και τρίτον δε μου πέτυχαν κιόλας. Μοιάζουν με τη Σκουπιδόμαζα από το Φράγκολ Ροκ. (Αλλά παρ' όλ' αυτά τα πατώσαμε και πάλι....)



Πάρτε λοιπόν μια εικόνα, θολή και χάλια καδραρισμένη και με φόντο για κλάματα.



Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

Μπακαλιάρος βραστός με λαχανικά σούπα

Έχω την εντύπωση ότι η μεγαλύτερη «αποθήκη» αναμνήσεων από την παιδική ηλικία είναι συνδεδεμένη με το φαγητό.

Δεν είναι και πολύ παράξενο βέβαια, αν σκεφτεί κανείς, ότι ένα παιδάκι σπάνια απολαμβάνει κάτι που να μην έχει σχέση με το φαγητό. Ακόμη κι οι αναμνήσεις που έχουμε από τους γονείς ή τους αγαπημένους μας, όταν είμαστε παιδιά, περιγράφονται με όρους γαστρονομικούς. Ξέρω πάρα πολλούς ανθρώπους που θυμούνται τη μητέρα τους «με μια μυρωδιά βανίλιας» και τη γιαγιά που «μύριζε λεμόνι».

Σήμερα είχα την τύχη να ανασύρω (και γι’ αυτό και να ξαναζωντανέψω ετούτο το ψόφιο μπλογκ) μια από εκείνες τις γεύσεις, τις συνδεδεμένες με παιδικές αναμνήσεις. Οι αναμνήσεις μου γράφτηκαν μια σειρά από ανοιξιάτικα μεσημέρια Σαββάτου, μετά από κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση, Στρουμφάκια, Μάγια Μέλισσα, Σπορτ Μπίλλυ κι έχοντας μόλις επιστρέψει από το φούρνο, με τη φρατζόλα το ψωμί ζεστό ακόμη. Τότε καθόμουν στο τραπέζι της κουζίνας εγώ στη μία κεφαλή, η γιαγιά στην άλλη, η αδελφή μου ανάμεσά μας και τρώγαμε ψαρόσουπα.

Ίσως φταίει αυτό που όταν θέλω να ξανανιώσω παιδί, διαλέγω ένα όμορφο ξεκοκαλισμένο κομμάτι φρέσκου μπακαλιάρου και το βράζω για λίγη ώρα σε ζωμό λαχανικών. Δε με νοιάζει τόσο η σούπα, που την τρώω σκέτη στην αρχή («κονσομέ το έκανες», με πειράζει κάποιες φορές η μητέρα μου). Εκείνο που θέλω είναι να βάλω σ’ ένα ρηχό πιάτο μια βραστή πατάτα, ένα βραστό καρότο, λίγο σέλινο (το οποίο δεν τρώω, αλλά το θέλω να υπάρχει εκεί δίπλα) κι ένα λευκό τρυφερό κομμάτι ψαριού. Έπειτα λίγο αλάτι από πάνω, όχι τόσο για το αλμυρό του θέματος, όσο για την τραγανή υφή που δίνει.

Ακολουθούν μερικές ευχάριστες στιγμές. Εκείνες τις στιγμές, αν τύχει να είστε δίπλα μου, θα παρατηρήσετε ότι χαμογελάω αλλιώς. Χαμογελάω σαν μόλις να τελείωσε το αγαπημένο μου επεισόδιο των Στρουμφ.

Μπακαλιάρος βραστός με λαχανικά σούπα

Μερίδες: 4
Χρόνος: 1 ώρα (πάνω-κάτω, εξαρτάται από το ψάρι)

Υλικά
4 μπακαλιαράκια φρέσκα (περίπου 1 kgr σύνολο)
4 μεγάλες πατάτες
1 μέτριο κρεμμύδι
4 μέτρια καρότα
3 κλαράκια σέλινο
1 φλιτζάνι ρύζι καρολίνα
1 πρέζα αλάτι
4 κόκκοι μαύρο πιπέρι, ολόκληροι
¾ του φλιτζανιού ελαιόλαδο
Για το αυγολέμονο:
1 αυγό σε θερμοκρασία δωματίου
χυμό από μισό λεμόνι
Για το λαδολέμονο:
Χυμό ενός λεμονιού
¾ του φλιτζανιού ελαιόλαδο

Εκτέλεση
1. Καθαρίζουμε τις πατάτες και τα καρότα και τα κόβουμε στα δύο. Καθαρίζουμε το κρεμμύδι αλλά δεν το κόβουμε καθόλου, το αφήνουμε ολόκληρο. Πλένουμε πολύ καλά το σέλινο.
2. Καθαρίζουμε τα ψάρια, χωρίς να αφαιρέσουμε το κεφάλι τους.
3. Βάζουμε σε κατσαρόλα με βαρύ πάτο 2 ½ με 3 lt νερό, το αλάτι, τους κόκκους πιπεριού και το λάδι. Μόλις πάρει βράση, χαμηλώνουμε στη μισή ένταση της κουζίνας, προσθέτουμε τα λαχανικά και τα αφήνουμε με σκεπασμένο το καπάκι για 20 min να βράσουν ως να γίνουν τρυφερά.
4. Όταν τα λαχανικά είναι έτοιμα σύμφωνα με τις προτιμήσεις μας, τα αφαιρούμε από την κατσαρόλα και τα κρατάμε κατά μέρος. Προσθέτουμε τα ψάρια και βράζουμε σε δυνατή φωτιά για περίπου δέκα λεπτά ή και λίγο περισσότερο, ανάλογα με το μέγεθος των ψαριών. Καλύτερα σε αυτήν τη φάση να είμαστε πολύ προσεκτικοί, γιατί ένα παραβρασμένο ψάρι δεν το τρώνε ούτε οι γάτες.
5. Αφαιρούμε τους μπακαλιάρους από την κατσαρόλα και σουρώνουμε το ζωμό, για τυχόν κοκκαλάκια ή άλλα ατυχή γεγονότα. Ξαναβάζουμε το ζωμό στη φωτιά και όταν πάρει βράση, προσθέτουμε το ρύζι. Ανακατεύουμε και το αφήνουμε να βράσει.
6.Λίγο πριν το ρύζι αρχίσει να χυλώνει, κατεβάζουμε από τη φωτιά και ετοιμάζουμε το αυγολέμονο.
7. Χωρίζουμε τον κρόκο από το ασπράδι του αυγού. Σε καθαρό βαθύ πιάτο, το οποίο έχουμε βρέξει με ελάχιστο νερό και το έχουμε στραγγίξει, χτυπάμε με τον αυγοδάρτη το ασπράδι. Μόλις ασπρίσει αλλά πριν αρχίσει να πήζει (δε θέλουμε να κάνουμε μαρέγκα, αλλά αυγολέμονο) προσθέτουμε τον κρόκο και τον χτυπάμε κι αυτόν καλά. Προσθέτουμε λίγο-λίγο το χυμό λεμονιού κι έπειτα, ενώ συνεχίζουμε το χτύπημα, προσθέτουμε στο μίγμα κουταλιά-κουταλιά περίπου 1 με 2 φλιτζάνια από την ζεστή σούπα. Αδειάζουμε στην κατσαρόλα το αυγολέμονο με μιας και ανακατεύουμε πολύ καλά, κουνώντας την κουτάλα όχι μόνο γύρω-γύρω αλλά και πάνω κάτω, για να ενσωματωθεί σωστά.
8. Σερβίρουμε με δύο τρόπους: είτε πρώτα τη σούπα και μετά σε ρηχό πιάτο τα λαχανικά με το ψάρι, από ένα για κάθε συνδαιτυμόνα, είτε λιώνουμε στο μπλέντερ τα λαχανικά, τα ενσωματώνουμε στη σούπα και σερβίρουμε χωριστά μόνο το ψάρι. Και στις δύο περιπτώσεις καλό θα είναι το ψάρι να σερβιριστεί με σάλτσα λαδολέμονο, την οποία φτιάχνουμε χτυπώντας στο μπλέντερ ή με αναδευτήρα κοκτέιλ ή σέικερ το χυμό λεμονιού και το λάδι, μέχρι να γίνει κιτρινόλευκο.


English please?

I am under the impression that the biggest recollections’ "repository" from one’s childhood is connected with food.

It certainly is not that strange, if you come to think that a child seldom enjoys anything that would not relate to food. Even the memories we have from our parents or our loved ones, when we are children, are described with gastronomic terms. I know an awful lot of people that remember their mother "carrying a vanilla smell" and their grand mother who "smelled like lemon".

Today I had the chance of pulling out (and as a consequence reanimate this dead blog) one from those flavours, connected with childhood memories. These memories were acquired through a long series of spring Saturday noons, just after watching cartoons on TV, Smurfs, Maya the Bee, Sport Billy and having just returned from the bakery, with the loaf of bread still hot. I then sate on the kitchen table, taking the head seat, my grand mother on the other head seat, my sister in between us and we ate fish soup, psarosoupa.

Perhaps all these memories are to blame for when I want to feel like a child, I choose a beautiful no-bones piece of fresh cod and I boil it for a while in vegetables stock. I don’t care much of the soup, I eat it alone as a starter (“Is it consommé your having?”, my mother laughes). What I want is to put a boiled potato, a boiled carrot, a bit of celery (which I do not eat, but I just want it to be there in the plate) and a white tender piece of fish in a shallow plate. Then I add a little salt, not so much for its “saltiness”, but for the crispy texture that it gives to the veggies.

Then, some pleasant moments follow. Those moments, if it so happens and you are standing next to me, you will observe that I smile somehow differently. I smile just as if my favourite Smurf episode has finished a few minutes ago.

Cod soup with vegetables

Servings: 4
Time: 1 hour (give and take, depending on the fish)


Ingredients
4 fresh small cods (about 1 kgr)
4 big potatoes
1 medium onion
4 medium carrots
3 pieces of celery
1 cup Carolina rice
1 pinch of salt
4 black pepper grains
¾ cup olive oil
For avgolemono:
1 egg in room temperature
Juice from half lemon
For ladolemono:
Juice of lemon
¾ cup olive oil

Directions
1. Peel and wash the potatoes and carrots and cut them in two. Peel and wash the onion but do not cut it, leave it whole. Wash the celery thoroughly.
2. Wash the fish and remove all the unpleasant stuff, but not the head.
3. Put in a heavy bottom pot 2 ½ to 3 lt of water, salt, pepper grains and oil. As soon as it starts to boil, lower it to the half the heat of the kitchen, add the vegetables and leave covered to boil for 20 minutes, until they get tender.
4. When the vegetables are ready according to your preferences, remove them from the pot and keep them in a plate. Add the fish to the broth and boil in high temperature for about ten minutes or even more, depending on the size of the fish. Better be very careful through this phase, because an overcooled fish would be refused even from a starving cat.
5. Remove cod from the pot and strain the broth, to prevent little bones or other unlucky encounters to be found in your plate. Put the broth on the fire again and when it starts to boil, add the rice. Stir and leave to boil.
6. Just before the rice begins to “risottofy” (start get cream, like in a risotto), remove the pot from the heat and prepare the avgolemono.
7. Separate yolk from white. In a clean deep dish, which we have wetted with a few drops of water and then strain, we beat the egg white with an eggbeater. As soon as it starts getting white but before it begins to solidify (you don’t want to make meringue, but avgolemono), add the yolk and beat them together. Then add little by little the lemon juice and, while beating, add to the mix spoonful by spoonful about 1 or 2 cups of the still hot soup. Empty avgolemono into the pot all at once and stir very well, moving the ladle not only round and round but up and down as well, in order to incorporate it correctly.
8. Serve two ways: soup first, the vegetables with the fish in a shallow plate after, or puree vegetables in a blender, stir them in the soup and serve the fish separately. In both cases, it would be ideal if the fish is served with ladolemono sauce, which you can make by beating the juice of lemon and the oil in a blender or a cocktail stirrer or shaker, until it gets an olive-white colour.