κολοκύθα
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015
Δείπνο με φίλους
κολοκύθα
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015
Μπουφές για την ονομαστική μου εορτή - 2
Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013
Dzur Dinner - Μοσχάρι Taltos
Μοσχάρι Τάλτος
Μερίδες: 12
Χρόνος: 2 ½ ώρες
Πάπρικα γλυκειά
½ ποτήρι χυμό ντομάτας
2 καρότα
½ φλιτζάνι ελαιόλαδο
3. Προσθέτουμε το σκόρδο, το κρεμμύδι και τα καρότα και χαμηλώνουμε τη φωτιά. Μόλις γυαλίσει το κρεμμύδι, προσθέτουμε ένα ποτήρι νερό, χαμηλώνουμε τη θερμοκρασία και κλείνουμε το καπάκι, να σιγοβράσει.
4. Αφήνουμε το φαγητό να σιγομαγειρεύεται προσθέτοντας κάθε τόσο ένα ποτήρι νερό, για περίπου 2 ώρες.
5. Όταν το μοσχάρι έχει μαλακώσει, το βγάζουμε από την κατσαρόλα, αφαιρούμε το νήμα και το αφήνουμε να κρυώσει αρκετά. Κατόπιν το κόβουμε σε φέτες, όχι πιο παχιές από ένα δάχτυλο.
6. Δυναμώνουμε τη φωτιά και προσθέτουμε το χυμό ντομάτας. Όταν δέσει η σάλτσα, τη χτυπάμε στο μούλτι (μαζί με τα καρότα, να λιώσουν κι αυτά) και την ξαναβάζουμε στην κατσαρόλα, να πάρει μια ακόμα βράση.
7. Ετοιμάζουμε το πιπερόμυρο: σε ένα κατσαρολάκι ζεσταίνουμε το λίπος χήνας, χωρίς να κάψει και προσθέτουμε την πάπρικα. Ανακατεύουμε σιγά-σιγά, να ζεσταθεί και να βγάλει τα αρώματά του χωρίς να καεί.
8. Ετοιμάζουμε τις μπουκίτσες ψωμιού: Με ένα κουπ πατ κόβουμε όμορφα κομμάτια (όχι μεγαλύτερα από 5 εκατοστά) από ψωμάκια για hot-dog ή hamburger.
9. Σερβίρουμε ως εξής: Στη μια άκρη του πιάτου βάζουμε μια φέτα μοσχαριού και δίπλα της δύο μπουκίτσες ψωμιού. Περιχύνουμε με δυο κουταλιές της σούπας σάλτσα, μετά με μια κουταλιά της σούπας ξυνόκρεμα και μετά με ένα κουταλάκι του γλυκού πιπερόμυρο. Σερβίρουμε αμέσως.
Dzur Dinner Reconstructed
Dzur Dinner - Κατά φαντασίαν επιλογή
Dzur Dinner - Ρέβες, σταφιδέλαιο και άλλα τινά
Dzur Dinner - This Is Not A Drill
Dzur Dinner - Οίνος Ευφραίνει
Dzur Dinner - Aftermath
Dzur Dinner - Πιατέλα του Χωρικού
Dzur Dinner - Λάνγκος
Dzur Dinner - Σάμι
Dzur Dinner - Σούπα Μανιτάρι-Σιτάρι
Dzur Dinner - Τυρί Σερτάλια
Dzur Dinner - Ψάρι α λα Αντριλάνκα
Dzur Dinner - Σαλάτα του Βάλαμπαρ
Dzur Dinner - Κοτόπουλο με τα Κοκκάρια
Φωτογραφία/Photo Credits: Λευτέρης Κεραμίδας
Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013
Dzur Dinner - Κοτόπουλο με τα Κοκκάρια
Οι δοκιμές για το κοτόπουλο με τα κοκκάρια ήταν πολύ ικανοποιητικές, με την έννοια ότι όποιο κι αν ήταν το αποτέλεσμα (όσο κι αν δεν έμοιαζε με αυτό που περιγράφει ο Μπρουστ) εγώ κι οι δικοί μου απολαύσαμε ένα πολύ νόστιμο κοκκινιστό κοτόπουλο όλες τις φορές. Φυσικά αυτό δεν ήταν απλά μια δικαιολογία. Ο συνδυασμός της απαλής γεύσης του κοτόπουλου με τη γλύκα των κρεμμυδιών και την θειούχα ευωδιά του σκόρδου είναι καταπληκτικός σε οιαδήποτε αναλογία.
Ωστόσο η ιδανική αναλόγια ήταν το ζητούμενο και χρειάστηκαν τουλάχιστον τρεις δοκιμές για να την πετύχω. Πέραν του ότι οι ενδεικτικές ποσότητες σκόρδου ήταν σαφώς υπερτιμημένες (μία σκελίδα και πολλή του είναι) σε μια πρώτη φάση βιάστηκα να αποσύρω τη σάλτσα πριν ψηθεί καλά. Αποτέλεσμα: η σάλτσα είχε τόσο έντονη γεύση, με το κρεμμύδι να είναι σχεδόν ωμό, που επισκίαζε όλη την υπόλοιπη μαγεία του πιάτου.
Το συνοδευτικό από ραπανάκια σοτέ σε λίπος χήνας, πάρα που μάλλον πέρασε απαρατήρητο, εμένα με τίναξε στο αέρα. Γενικά η ιδέα να μαγειρέψεις τα ραπανάκια δεν είναι και πολύ συνηθισμένη στην Ελλάδα, αλλά μου άρεσε τόσο πολύ, που την έχω επαναλάβει από τότε αρκετές φορές (όχι με λίπος χήνας για να είμαι ειλικρινής, αλλά με απλό ελαιόλαδο).
Κοτόπουλο με τα Κοκκάρια
Μερίδες:12
Χρόνος: 1 ½ ώρα
Υλικά
12 μπουτάκια κοτόπουλου, ξεκοκαλισμένα και ξεπετσιασμένα
1 σκελίδα σκόρδο λιωμένη
1 κιλό κοκκάρια ή κρεμμυδάκια στιφάδου καθαρισμένα
4 κουταλιές της σούπας βούτυρο γάλακτος
½ φλιτζάνι ελαιόλαδο
300 gr φρέσκα λευκά μανιτάρια
Αλάτι
Τριμμένο άσπρο πιπέρι
Για τη σάλτσα:
1 μεγάλο κρεμμύδι τριμμένο
1 σκελίδα σκόρδο λιωμένη
1 ποτήρι ροζέ κρασί
2 κοφτές κουταλιές της σούπας πάπρικα γλυκειά
1 ποτήρι του νερού τριμμένη ντομάτα
1 κουταλιά ντοματοπελτέ
Εκτέλεση:
1. Δένουμε με νήμα μαγειρικής τα μπουτάκια του κοτόπουλου σε δεματάκια, να μη χάσουν το σχήμα τους.
2. Σε μια κατσαρόλα λιώνουμε το βούτυρο και σοτάρουμε τα μπουτάκια. Ρίχνουμε αλάτι και άσπρο πιπέρι και το σκόρδο. Ρίχνουμε μέσα και τα κοκκάρια και τα μανιτάρια (φροντίζουμε να πέσουν στον πάτο της κατσαρόλας, με το κοτόπουλο από πάνω) κι όταν πάρουν μια βράση, χαμηλώνουμε τη φωτιά, το σκεπάζουμε και το αφήνουμε να σιγομαγειρευτεί για περίπου μια ώρα. Κατά καιρούς προσθέτουμε λίγο νεράκι, να μην πιάσει.
3. Μόλις τα κρεμμύδια ψηθούν, αφαιρούμε το κοτόπουλο, τα κοκκάρια και τα μανιτάρια από την κατσαρόλα και δυναμώνουμε τη φωτιά.
4. Προσθέτουμε το ελαιόλαδο και μόλις κάψει σωτάρουμε καλά το κρεμμύδι, το σκόρδο και την πάπρικα. Προσθέτουμε νερό, αν χρειαστεί, να βράσει καλά και να μελώσει.
5. Σβήνουμε με το κρασί κι όταν εξατμιστεί, προσθέτουμε τη ντομάτα και το ντοματοπελτέ, λιωμένο σε μισό ποτήρι νερό. Αφήνουμε τη σάλτσα να σιγοβράσει για 15 λεπτά και να πήξει.
6. Σερβίρουμε σε μια πιατέλα τα μπουτάκια του κοτόπουλου στο κέντρο και τα κοκκάρια και τα μανιτάρια γύρω τους. Περιχύνουμε με τη σάλτσα και σερβίρουμε ζεστό.
Αχνιστά καρότα
Μερίδες:12
Χρόνος: 1 ώρα
Υλικά
1 κιλό καρότα, όσο πιο μικρά γίνεται
Αλάτι
Μισό λεμόνι
Εκτέλεση:
1. Σε μια κατσαρόλα με νερό που βράζει ρίχνουμε αλάτι και το λεμόνι. Βάζουμε από πάνω ένα σουρωτήρι και στο σουρωτήρι βάζουμε τα καρότα χωρίς να τα ξεπαγώσουμε.
2. Αφήνουμε τα καρότα να αχνιστούν για περίπου μισή ώρα με 45 λεπτά, ως να γίνουν τρυφερά. Δοκιμάζουμε, αλατίζουμε αν χρειαστεί κι άλλο και σερβίρουμε αμέσως.
Ραπανάκια με λίπος χήνας
Μερίδες:12
Χρόνος: 30 λεπτά
Υλικά
1 κιλό ραπανάκια κόκκινα
4 κουταλιές της σούπας λίπος χήνας
¾ του λίτρου ζωμός λαχανικών
Αλάτι
¼ κουταλάκι του γλυκού δυόσμος αποξηραμένος
Εκτέλεση:
1. Λιώνουμε στο τηγάνι το λίπος χήνας και σοτάρουμε τα ραπανάκια ως να ροδίσουν. Αλατίζουμε και προσθέτουμε το ζωμό και το δυόσμο, χαμηλώνοντας ταυτόχρονα τη φωτιά. Όταν πιούν το νερό τους, σερβίρουμε.
Σχετικές αναρτήσεις:
Dzur Dinner Reconstructed
Dzur Dinner - Κατά φαντασίαν επιλογή
Dzur Dinner - Ρέβες, σταφιδέλαιο και άλλα τινά
Dzur Dinner - This Is Not A Drill
Dzur Dinner - Οίνος Ευφραίνει
Dzur Dinner - Aftermath
Dzur Dinner - Πιατέλα του Χωρικού
Dzur Dinner - Λάνγκος
Dzur Dinner - Σάμι
Dzur Dinner - Σούπα Μανιτάρι-Σιτάρι
Dzur Dinner - Τυρί Σερτάλια
Dzur Dinner - Ψάρι α λα Αντριλάνκα
Dzur Dinner - Σαλάτα του Βάλαμπαρ
Φωτογραφία/Photo Credits: Λευτέρης Κεραμίδας
Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011
Dzur Dinner - Σούπα Μανιτάρι-Σιτάρι
Και μιας και τα γενέθλιά μου είναι το Νοέμβρη και συνήθως, συνήθως λέω, βρέχει, μια καυτή σουπίτσα θα ήταν τέλεια για να ξεκινήσει η προθέρμανση του στομαχιού για την επικείμενη κραιπάλη. Όταν πρωτοδιάβασα τη συνταγή, που ο Μπρουστ τη δίνει με τόση ακρίβεια που καταντά ενοχλητικό, είχα στο μυαλό μου ένα παχύ αδιαφανές υγρό, μέσα στο οποίο επέπλεαν σπόροι στρουμπουλό κριθάρι και μικρά κομμάτια, σχεδόν στο ίδιο μέγεθος, από μανιτάρια. Στην πορεία, η εικόνα αυτή άλλαξε άρδην.
Το κριθάρι το έψαξα (όχι με πολύ ενθουσιασμό κι επιμονή, οφείλω να ομολογήσω) και δεν το βρήκα πουθενά, οπότε με κάθε ανακούφιση, πήρα ένα σακουλάκι σιτάρι, που ξέρω να το μαγειρεύω με μια σχετική άνεση. Στη δοκιμή, είχα και τις αποτυχίες μου. Το σκόρδο της ήταν πολύ δυνατό, η πάπρικα λιγότερη απ’ όση θα ήταν ωραίο να έχει, το σαφράν της περισσότερο και πίκριζε και το αλάτι της ήταν να την κάνει λύσσα, ενώ τα μανιτάρια που υπέθεσα αρχικά ότι θα χρειάζονταν ήταν τρεις φορές περισσότερα από εκείνα που έπρεπε τελικά να βάλω.
Τα δε μανιτάρια μ’ έκαναν και πήρα μια λαχτάρα, που το φύσαγα και δεν κρύωνε. Η ιδέα ήταν να βάλω μικρά λευκά, μικρά καφετιά και μερικά αποξηραμένα πορτσίνι, για την πολυτέλεια του θέματος. Δεν είχα ξαναδοκιμάσει ποτέ πορτσίνι, αλλά πόσο δύσκολο ήταν πια; Τα βάζεις σε ζεστό νερό για τουλάχιστον 20 λεπτά, τα στραγγίζεις καλά και τα προσθέτεις στο φαγητό. Χμ-χμ, ναι, έχετε μυρίσει ποτέ πορτσίνι την ώρα που φουσκώνουν στο νερό; Ας μην δώσω ακριβώς τη χροιά της οσμής, γιατί εδώ μιλάμε δια εδέσματα και ουχί δια σκωρ. Ευτυχώς όμως η αγγλιστί λεγόμενη foul stench υποχώρησε μόλις τα μανιτάρια έπεσαν στην κατσαρόλα.
Τα αποτελέσματα ήταν… ε, τώρα τι να πω. Καταρχήν όλοι πρόσεξαν το χρώμα, που μπορεί στο πιάτο να ήταν παραδοσιακά καφετούλι, αλλά εκεί που πιτσιλούσε έπαιρνε έναν πολύ ρέιβ χαρακτήρα -το σαφράν το είχε απογειώσει κυριολεκτικά. Κι από γεύση, θες τα τρία είδη μανιταριών, θες το λίπος χήνας, θες το σκορδάκι που τσιμπούσε ελαχιστότατα στη γλώσσα, θες κι η βουνίσια καταγωγή των δύο τουλάχιστον από τους συνδαιτυμόνες, ε, πώς να σας το πω πια, ορισμένοι ακόμη την ονειρεύονται. Και να πω την αμαρτία μου, είμαι κι εγώ ένας απ’ αυτούς.
Σούπα μανιτάρι-σιτάρι
Μερίδες: 12
Χρόνος: 1 ½ ώρα (αναλόγως του πόσο εύκολα βράζει το κοτόπουλο)
Υλικά
1 ολόκληρο κοτόπουλο σε κομμάτια
1 μεγάλο κρεμμύδι κομμένο στα τέσσερα
2 κλωνάρια σέλερυ
Μια πρέζα χοντρό αλάτι
Μια πρέζα άσπρο πιπέρι τριμμένο
1+2 πρέζες σκόνη σαφράν
1 φλιτζάνι του τσαγιού ολόκληρο στάρι ή πληγούρι ή κριθάρι
1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένο
2 φρέσκα κρεμμυδάκια ψιλοκομμένα
5 κουταλιές της σούπας λίπος χήνας
300 gr φρέσκα μανιτάρια λευκά και καφετιά, σε κύβους
1 σακουλάκι (περίπου 1 φλιτζάνι) αποξηραμένα μανιτάρια πορτσίνι
Εκτέλεση
Σε μια κατσαρόλα βάζουμε νερό να βράσει. Προσθέτουμε το κοτόπουλο, το κρεμμύδι, το σέλερυ, το αλάτι, το πιπέρι και 1 πρέζα σαφράν. Το βράζουμε ως να μαλακώσει το κοτόπουλο.
Σουρώνουμε τη σούπα και κρατάμε μόνο το ζωμό. Συμπληρώνουμε με νερό, ως να γίνει περίπου 2,5 λίτρα. Το ξαναβάζουμε στη φωτιά και μόλις πάρει βράση προσθέτουμε το κριθάρι. Το βράζουμε για περίπου μία ώρα. Δοκιμάζουμε, κι αν χρειαστεί, συμπληρώνουμε το αλάτι του.
Βράζουμε περίπου δυο φλιτζάνια νερό στο βραστήρα και το βάζουμε σε ένα μπωλ. Ρίχνουμε μέσα τα αποξηραμένα πορτσίνι και τα αφήνουμε να τραβήξουν νερό και να μαλακώσουν, περίπου 20 λεπτά. Τα στραγγίζουμε και πέντε λεπτά πριν το τέλος της σούπας, τα προσθέτουμε στην κατσαρόλα, μαζί με τα υπόλοιπα μανιτάρια.
Σε ένα κατσαρολάκι βάζουμε το λίπος χήνας να κάψει και μαραίνουμε το σκόρδο και τα κρεμμυδάκια, ως να γίνουν διάφανα. Προσθέτουμε το μείγμα του κρεμμυδιού στη σούπα κι ανακατεύουμε, να πάρει μια βράση.
Προσθέτουμε το υπόλοιπο σαφράν, ανακατεύουμε καλά και κατεβάζουμε από τη φωτιά. Το αφήνουμε να σταθεί για λίγο, περίπου 15 λεπτά και το σερβίρουμε ζεστό.
Σχετικές αναρτήσεις:
Dzur Dinner Reconstructed
Dzur Dinner - Κατά φαντασίαν επιλογή
Dzur Dinner - Ρέβες, σταφιδέλαιο και άλλα τινά
Dzur Dinner - This Is Not A Drill
Dzur Dinner - Οίνος Ευφραίνει
Dzur Dinner - Aftermath
Dzur Dinner - Πιατέλα του Χωρικού
Dzur Dinner - Λάνγκος
Dzur Dinner - Σάμι
Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011
Dzur Dinner - Σάμι
Αλλά ας δούμε τι λέει ο θείος Στήβεν σχετικά
Πουθενά αλλού δεν έχω βρει σάμι, μόνο στου Βάλαμπαρ, και δεν έχω ιδέα πώς
γίνεται. Είναι κατά κύριο λόγο πάγος, σπασμένος ή πολύ ψιλοκομμένος, με γεύσεις
και με, εμ, με κάτι ακόμα εκεί μέσα που το κρατάει συνεκτικό. Μπορεί κάποιο
είδος κρέμας, μπορεί αυγό. Η γεύση είναι πολύ απαλή, αλλά μου θυμίζει κάποια
κρασιά που προτιμά ο Μόρρολαν -κρασιά που σου γαργαλάνε τη γλώσσα. Το σάμι δεν έχει αυτό το γαργαλητό, αλλά έχει μια τόση δα ιδέα από τη γεύση.
Μπέρδεμα ε; Κυρίως για όσους άτυχους δεν έχουν ακουστά την έκφραση palate cleanser. Είναι ένα πιάτο που σερβίρεται σε κάποια μεγάλα γεύματα κι η δουλεία του είναι ακριβώς αυτή που λέει το όνομά του: να «καθαρίζει» τον ουρανίσκο και το υπόλοιπο στόμα από τις γεύσεις των ορεκτικών, ώστε να είναι πλήρης η απόλαυση της γεύσης του πρώτου πιάτου.
Έψαχνα λοιπόν να βρω κάτι που να μοιάζει με σορμπέ. Ένα σορμπέ λεμονιού ίσως. Αλλά το κείμενο μιλάει και για αυγό ή κρέμα. Κι η συνταγή για σορμπέ που έχω εγώ στο τετράδιό μου με τις συνταγές δεν περιέχει ούτε αυγό ούτε κρέμα.
Είχαν περάσει αρκετές μέρες και το γεύμα πλησίαζε χωρίς να έχω κατασταλάξει ακόμη σχετικά με το σάμι, όταν σκέφτηκα να αρχίσω να ψάχνω στο ίντερνετ όχι για palate cleansers, αλλά για σορμπέ. Ε, ναι, έχω κι εγώ σαν παιδί δικαίωμα στην ηλιθιότητα. Και μόλις τρία κλικ μετά την απόφασή μου αυτή έπεσα πάνω στον τέλειο υποψήφιο για τη θέση του σάμι: πάγος, αυγό, και γεύσεις σαν εκείνες του κρασιού. Τι κι αν το γλυκολέμονο δεν έχει γεύση κρασιού; Από τη στιγμή που βρήκα τον καμβά, το μυαλό μου κατάφερε να αναπαραστήσει το κέντημα: αντί για γλυκολέμονο, κρασί!
Η πρώτη δοκιμή έγινε με μεγάλη προσοχή. Αντί για γλυκολέμονο (χυμό και ξύσμα) πρόσθεσα Μαυροδάφνη Πατρών. Η μαγκιά (κι όχι η τσιγκουνιά μου) ήταν ότι το μπουκάλι είχε τουλάχιστον 10 μέρες ανοιχτό στο ψυγείο, οπότε η πολύ γλύκα και το βαρύ άρωμα της μαυροδάφνης είχε αρχίσει ν’ αλλάζει. Έφτιαξα ένα ελαφρύ σιρόπι με νερό και ζάχαρη, χτύπησα ένα ασπράδι αυγού σε σφιχτή μαρέγκα και τα ανακάτεψα. Τα πάγωσα για 3 ώρες και τα ξανανακάτεψα. Κι ύστερα ξανά για τρεις ώρες στην κατάψυξη, χτύπημα στο μπλέντερ να γίνει απαλό και ξαναπάγωμα και μετά σερβίρισμα.
Πολύ δυνατό αποτέλεσμα. Η Μαυροδάφνη δε χαρίστηκε και η απαλότητα που υποτίθεται ότι είχε το σάμι εξαφανίστηκε στους ατμούς της αλκοόλης. Όχι ότι δεν το κάτσαμε κάτω, εγώ η αδελφή κι η μαμά. Αλλά η νοστιμιά του δεν ήταν το κύριο μέλημά μου εκείνη τη στιγμή. Η γεύση δεν ήταν απαλή, καθαριστική. Τουλάχιστον δε βρωμούσε το αυγό, όπως φοβόμουν.
Η δεύτερη και τελευταία δοκιμή (εκείνη που τελικά σερβιρίστηκε στο γεύμα) ήταν με λάιμ, μια κουταλίτσα της σούπας φρέσκο γάλα και δυόσμο. Πήρα ως δεδομένο ότι δε θα άρεσε σε όλους, αλλά εξεπλάγην ευχάριστα: όλοι το υποδέχτηκαν με ενδιαφέρον κι ο δυόσμος βοήθησε να μην το εκλάβουν οι ουρανίσκοι τους ως γλυκό.
Σάμι (Βελουδένιο σορμπέ λεμόνι
Μερίδες: περίπου 1 λίτρο
Χρόνος: 15 λεπτά (+6 ώρες στην κατάψυξη)
Υλικά
500 ml νερό
250 gr ζάχαρη
Χυμός 6 γλυκολέμονων (λάιμ)
Ξύσμα 6 γλυκολέμονων
1 κουταλιά της σούπας φρέσκο γάλα
1 κουταλάκι του γλυκού αποξηραμένος δυόσμος, καλά τριμμένος
Εκτέλεση
Σε ένα κατσαρολάκι, ζεσταίνουμε το νερό και τη ζάχαρη ως να σχηματιστεί ένα ελαφρύ σιρόπι. Αφαιρούμε από τη φωτιά και το αφήνουμε να κρυώσει.
Προσθέτουμε στο σιρόπι το χυμό και το ξύσμα λεμονιού και το ανακατεύουμε καλά. Προσθέτουμε επίσης το γάλα και το δυόσμο.
Βάζουμε το σορμπέ στην κατάψυξη για τρεις ώρες, κατά προτίμηση σε μεταλλικό μπωλ. Μετά τις τρεις ώρες, το ανακατεύομε με ένα πιρούνι. Ο δυόσμος θα έχει ανέβει όλος στην επιφάνεια, οπότε ανακατεύομε πολύ καλά, να πάει παντού. Ψύχουμε ξανά για άλλες τρεις ώρες.
Λίγο πριν το σερβίρουμε, το χτυπάμε λίγο στο μπλέντερ να γίνει βελουδένιο. Σερβίρουμε αμέσως.
Σχετικές αναρτήσεις:
Dzur Dinner Reconstructed
Dzur Dinner - Κατά φαντασίαν επιλογή
Dzur Dinner - Ρέβες, σταφιδέλαιο και άλλα τινά
Dzur Dinner - This Is Not A Drill
Dzur Dinner - Οίνος Ευφραίνει
Dzur Dinner - Aftermath
Dzur Dinner - Πιατέλα του Χωρικού
Dzur Dinner - Λάνγκος
Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011
Dzur Dinner - Λάνγκος
Ευθύς εξαρχής είχα συμπεράνει ότι αν έβαζα τους καλεσμένους μου να υποστούν το μαρτύριο της δαγκωματιάς ωμού σκόρδου, μάλλον δε θα ξανάρχονταν σπίτι μου για φαΐ. Οπότε ξέπεσα στην εύκολη λύση του απλού σκορδόψωμου: Κόβεις μια σκελίδα στα δύο, τρίβεις με το εσωτερικό της μια φετούλα ψωμιού και ύστερα τηγανίζεις το ψωμάκι ή το ψήνεις στο γκριλ, ραντίζοντάς το με λίγο λάδι και πασπαλίζοντάς το με αλάτι.
Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δε δοκίμασα να κάνω και το κατιτί μου παραπάνω. Δοκίμασα το ψωμί μπριος, αλλά ήταν πολύ γλυκό. Δοκίμασα να χτυπήσω στο μούλτι αλάτι και σκόρδο, να το κάνω αλοιφή και με αυτό να αλείψω τις φετούλες, αλλά αποτυχία και πάλι, το σκόρδο κάηκε στο ψήσιμο και πίκρισε.
Κι έμεινα με την παραδοσιακή συνταγή.
Και κανείς μας δε βγήκε χαμένος από αυτό.
Λάνγκος
Μερίδες: 12
Χρόνος: 15 λεπτά
Υλικά
Μια γαλλική μπαγκέττα, άσπρη
1 μεγάλη σκελίδα σκόρδο
2 κουταλιές της σούπας ελαιόλαδο
Ροζ αλάτι από το Ιράν
Εκτέλεση
Κόβουμε τη μπαγκέτα σε λοξά φετάκια ένα δάχτυλο χοντρά.
Βάζουμε την τοστιέρα να κάψει.
Κόβουμε τη σκελίδα το σκόρδο κατά μήκος και την τρίβουμε πάνω στη μια πλευρά από τα φετάκια της μπαγκέττας. Αλείφουμε με λάδι τη σκορδωμένη πλευρά.
Βάζουμε το ψωμάκι με το λάδι προς τα κάτω στην τοστιέρα και το ψήνουμε ως να ροδίσει ελαφρά.
Αφαιρούμε τα ψωμάκια από τη φωτιά και τα βάζουμε σε πιατέλα με τη λαδωμένη πλευρά προς τα πάνω. Ακουμπάμε πάνω τους έναν κόκκο ροζ αλατιού από το Ιράν και σερβίρουμε αμέσως.
Σχετικές αναρτήσεις:
Dzur Dinner Reconstructed
Dzur Dinner - Κατά φαντασίαν επιλογή
Dzur Dinner - Ρέβες, σταφιδέλαιο και άλλα τινά
Dzur Dinner - This Is Not A Drill
Dzur Dinner - Οίνος Ευφραίνει
Dzur Dinner - Aftermath
Dzur Dinner - Πιατέλα του Χωρικού
Φωτογραφία/Photo Credits: Λευτέρης Κεραμίδας
Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011
Dzur Dinner - Πιατέλα του Χωρικού
Δυστυχώς ή ευτυχώς, η περιγραφή του κειμένου ήταν αρκετά ασαφής σχετικά με τη μαρινάδα, εκτός από το σημείο όπου λέει ότι σίγουρα περιέχει λεμόνι. Οπότε έκανα διάφορες δοκιμές. Η πρώτη βερσιόν εκτός από σκόρδο δάφνη, μπαχάρι και μαύρο πιπέρι, είχε και ολόκληρο γαρίφαλο και αφέψημα από μαχλέπι. Μάλλον θα τον ξαναδοκιμάσω αυτόν τον συνδυασμό, όμως χωρίς σκόρδο και δάφνη, με περισσότερο μαρινάρισμα, περισσότερο μαχλέπι, μια σταλίτσα μαστίχα Χίου και μάλλον μόνο για κοτόπουλο. Τα υπόλοιπα δε θα απορροφήσουν το λεπτό άρωμα του μαχλεπιού.
12 πολύ λεπτές σχεδόν διάφανες φέτες μοσχάρι φιλέτο
12 πολύ λεπτές σχεδόν διάφανες φέτες στήθος κοτόπουλο
12 λεπτές φέτες καπνιστό σκουμπρί (2 ή 3 κονσέρβες)
36 μέτριες γαρίδες, χωρίς κέλυφος
1/4 φλιτζάνι φυστικέλαιο
½ φλιτζάνι ελαιόλαδο με πολύ απαλή γεύση
1 ½ φλιτζάνι σταφιδέλαιο
Μαρουλόφυλλα για το σερβίρισμα
Χυμός 4 λεμονιών
Ξύσμα 4 λεμονιών
1 σκελίδα σκόρδο
1 φύλλο δάφνης
8 κόκκοι μπαχάρι ολόκληρο
Αλάτι
8 κόκκοι πιπέρι ολόκληρο
5 κουταλάκια του γλυκού σκόνη μουστάρδας
5 κουταλιές της σούπας ξύδι
5 κουταλιές της σούπας νερό
2 κουταλιές της σούπας σταφιδέλαιο
150 gr γιαούρτι στραγγιστό
Χυμός 4 γλυκολέμονων
2 κουταλιές της σούπας ελαιόλαδο
1 σκελίδα σκόρδο λιωμένο
4 κουταλάκια του γλυκού σάλτσα χορσράντις
1 κουταλάκι του γλυκού σπασμένοι κόκκοι μουστάρδας
2 κουταλιές της σούπας ξύδι
4 κουταλιές της σούπας μαγιονέζα
Εκτέλεση:
Σχετικές αναρτήσεις:
Dzur Dinner - Κατά φαντασίαν επιλογή
Dzur Dinner - Ρέβες, σταφιδέλαιο και άλλα τινά
Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010
Dzur Dinner - Aftermath
Κάτι τέτοιο έπαθα και με αυτό το γεύμα. Έχω δυο βδομάδες τώρα, από την προηγούμενη Κυριακή, που δεν έχω καταφέρει να βάλω το μυαλό μου να το δουλέψει, να το ξαναεπισκεφτεί. Τι πήγε καλά και τι δεν πήγε, τι λειτούργησε και τι όχι. Κατά πόσο εγώ κι οι καλεσμένοι μου το είδαμε από την ίδια σκοπιά.
Σήμερα είναι λίγο πιο εύκολο. Χώνεψε η φωτιά και μείναν μόνο κάρβουνα στην καρδιά μου. Κι έχω την εντύπωση ότι δε θα σβήσουν αυτά τα κάρβουνα ποτέ. Πάντα θα θυμάμαι αυτή τη μέρα, και πιο πολύ γιατί ήταν κι άλλοι άνθρωποι -οι συγκεκριμένοι άνθρωποι- εκεί.
Ήθελα να τους περιποιηθώ αυτούς τους ανθρώπους. Να τους δώσω κάτι που μπορεί και να μην το ξαναβρούν. Κι όπως πίστεψα ότι κάποια από τα πιάτα μπορεί και να ξαναφάνε κάπου -ή να τα έχουν ήδη ξαναφάει- προσπάθησα να κάνω αυτήν τη συγκεκριμένη στιγμή πιο ιδιαίτερη.
Ξεκίνησα από το στήσιμο του τραπεζιού. Δεν είχα ξανακάνει ποτέ κάτι σχετικό, ένα γεύμα επίσημο. Όλο με μπουφέδες την έβγαζα, άντε και με κανέναν παραδοσιακό οικογενειακό τραπέζι, που όλα είναι ήδη στρωμένα και τσιμπολογάς από παντού. Εδώ δεν είχε τέτοια όμως. Εδώ έπρεπε για χάρη της απόλαυσης να γίνουν όλα με τη σειρά. Αλίμονο αν δε γίνονταν όλα με τη σειρά.
Με τη σειρά λοιπόν. Δύο τραπέζια ενωμένα μεταξύ τους -η τραπεζαρία μου είναι οχτώ ατόμων κι εμείς ήμασταν (τελικό σκορ) έντεκα. Λευκό τραπεζομάντιλο, προίκα της γιαγιάς μου παρακαλώ. Το ότι επεβίωσε σε τέτοια κατάσταση από το 1954 που παντρεύτηκε η γιαγιά μου είναι μάλλον ένδειξη της οικογενειακής νοικοκυροσύνης. Είχα σχέδιο για ριχτάρι και ασορτί πετσέτες, αλλά μάλλον θα έπρεπε να είμαστε λιγότεροι για να δουλέψει. Οπότε για στολίδι περιορίστηκα στα δύο φαναράκια με το κιτρινωπό γυαλί και σε μικρές καφετιές πετρούλες.
Γενικά τα χρώματα του τραπεζιού ήταν γήινα: σκούρο πράσινο, κίτρινο του παπύρου και καφέ. Καφέ τα στολίδια, σκούρες πράσινες οι πετσέτες και κίτρινο του παπύρου…
Κίτρινο του παπύρου τα μενού.
Ε, σας το είπα ότι θα έκανα μεγάλες καφρίλες. Ήθελα να είναι όλα πρωτόγνωρα. Υπήρχε λοιπόν, όχι μόνο μενού, αλλά και προκαθορισμένες θέσεις, με το όνομα του καθενός σαν σελιδοδείκτης πάνω στο σερβίτσιο του. Το αποτέλεσμα ήταν αρκετά συμπαθητικό και νομίζω ότι άρεσε. Χεχε. Νομίζω.
Το μεγάλο θέμα ήταν τι θα υπήρχε από σερβίτσια πάνω στο τραπέζι. Ήταν απολύτως αδύνατον να τους σερβίρω κάθε πιάτο ξεχωριστά, από την κουζίνα. Αυτό θα απαιτούσε να ήμουν μόνιμα στην κουζίνα και να μην καθίσω μαζί τους καθόλου. Εξ ου και υπήρχαν διάφορα πάνω στο τραπέζι, πιάτα και ποτήρια και σερβίτσια. Έφερνα τις πιατέλες από μέσα και τους σέρβιρα από την πιατέλα. Με αυτόν τον τρόπο ήμουν πάντα κοντά τους, μέσα στο τραπέζι, και έτρωγα κι εγώ σαν άνθρωπος. Τα μόνα που σερβιρίστηκαν στην κουζίνα ήταν το σάμι και το μοσχάρι, που άξιζε, φυσικά τον κόπο και την αναμονή. Η αδελφή μου κι η βαφτισιμιά της μητέρας μου με βοήθησαν στο σερβίρισμα.
Και για όσους αναρωτιούνται, είχα την επόμενη μέρα ρεπό. Δεν υπήρχε περίπτωση να πλυθούν όλα αυτά τα πιάτα από ένα μόνο άτομο (πλυντηρίου πιάτων απόντος). Αλλά άξιζε τον κόπο. Απλά και μόνο γι’ αυτό το καρβουνάκι της εμπειρίας που δε θα σβήσει ποτέ.
English please?
Some experiences should be settled in you before you talk about them. The intensity of feelings is so strong, it takes time to go out, to soften. To be able to look at what happened without being confused by the euphoria felt when it happened.
This is exactly what happened with this meal. It’s been two weeks now since last Sunday, that I haven’t managed to put my mind to work, to revisit it. What went wrong and what not, what worked and what not. Whether me and my guests saw the whole thing under the same perspective.
Today it’s a little easier. The fire has died down and only coals stayed in my heart. And I believe that the coals? they will not die, not ever. I will always remember this day, and this will happen because there were other people -these particular people-there.
I wanted to look after these people. To give them something that they might not find it again. And as I thought that they might eat again some of the dishes, or perhaps they have already eaten them, I tried to make this moment very special.
I started off by setting up the table. Never before have I done something that looked like a formal dinner. I always made buffets, or some traditional family dinner, all of dishes already on the table and you could pick what to eat. This time, though, no way it was going to be like that. For the sake of pleasure, we ought to do everything in order. Wow to me if everything wasn’t in order.
Two tables were joined, my dining table is for eight people, and we were (actually ended up) eleven. White tablecloth, my grandmother's dowry. It has survived in perfect condition since her 1954 marriage and that is probably an indication of our family’s housekeeping abilities. I was planning to use a matching over-the-tablecloth-tablecloth and towels, but we should have been less people there for it to work. So the ornaments were limited to two lanterns with yellow glass and little brown stones scattered on the table.
Generally the colors of the table were earthly-ones: dark green, papyrus yellow and brown. Brown ornaments, dark green towels and papyrus yellow...
Papyrus yellow on the menus.
Well, I told you that I would go over the top. I wanted everything to be unprecedented. So there were not only menus, but prearranged seats as well, with the name of each person as a bookmark on the dinnerware. The result was quite nice and they (the co-dinners) liked it. Hehe. I think they did.
The big question was, though, what would to do with the dinnerware on the table. It was absolutely impossible to serve each dish separately from the kitchen. This would mean for me to permanently be in the kitchen and not sit with my guests at all. Hence there were several plates and glasses and cutlery on the table. I brought the food on large platters and served them on the spot. This way I was always close to them at the table, and I ate as well. The only things that were served in the kitchen were the sorbet and the beef, both of which were worth the wait. My sister and a girl my mother has baptized helped me serve.
And for those wondering, next day I had the day off. There was no way for a single person to wash all these dishes by him/herself (dishwasher non-existent). But it was worth it. Just for this little lump of coal this experience was, that little lump of ever burning coal.
Φωτογραφίες/Photo Credits: Λευτέρης Κεραμίδας
Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010
Dzur Dinner - D-Day
Σήμερα, είναι η D-Day του γεύματος αυτού. Και δεν ξέρω αν εγώ είμαι ο Τζόνυς ή ο Φρίτσης.
Ωφ και ωφ. Έχω λίγο άγχος.
English please?
D-Day is the common name of the day on which the Allied Forces landed on the beaches of Normandy. That day, the outcome of the World War II was sealed.
Today is this lunch’s D-Day. And I don’t know if I'm a Johnny or a Fritz.
Oh dear. I think I’m a little nervous.
Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010
Dzur Dinner - Οίνος Ευφραίνει
Γιατί, πώς να το κάνουμε, όταν ο Μπρουστ δίνει τόση σημασία στο κρασί όση και σε κάθε ένα από τα υπόλοιπα πιάτα, εγώ γιατί πρέπει να δώσω λιγότερη;
Αχουμ-χουμ. Κι αφού δεν ξέρω την τύφλα μου από κρασιά, τι πρέπει να κάνω τότε;
Enter η εξαδέλφη Σωτηρία Μαλατέστα. Η οποία γνωρίζει μια καταπληκτική νεαρή κυρία που ονομάζεται Μαρία Δελίτσικου. Κι η οποία τυγχάνει να εργάζεται με επιτυχία σεβαστή στην εταιρία Genius In Gastronomy, του Γιώργου Λούκα. Κι οι οποίοι Μαρία και Γιώργος έσκυψαν πάνω από την τρέλα μου με κατανόηση, υπομονή και ω, πόση θέληση να βοηθήσουν. Ω, πόση.
Διότι όταν έχεις να ταιριάξεις ένα κρασί με
πλατύφυλλα είδη μαρουλιού, με κάσιους, ζεματισμένες φέτες ντομάτας, καρδιές κοκκοφοίνικα, πιπερίτσες πιμέντο, φρέσκα κρεμμυδάκια και καρδιές αγκινάρας
μαριναρισμένες σε γλυκό ξίδι, το οποίο χρησίμευε ως σάλτσα. Τριμμένο τυρί νίθλαν
-οξύ και μοσχάτο- είχε πέσει από πάνω και το όλο θέμα σκεπάστηκε με ζαχαρωμένα
ροδοπέταλα
πρέπει να έχεις όχι μόνο υπομονή και ταλέντο, αλλά και την ευστροφία να επιλέξεις ανάμεσα σ’ αυτό που εσύ θα πρότεινες κι αυτό που προτείνει ο συγγραφέας:
ένα Ντεσκάνι, το οποίο είναι κάτι σαν αυτό που έβγαινε αν έχυνες μισό ποτήριλευκό σε μισό ποτήρι κόκκινο. Ακούγεται απαίσιο, αλλά δεν είναι και τόσο κακό.
Και το συγκεκριμένο, ό,τι κι αν ήταν, έφερνε ένα πολύ ήπιο γαργάλημα στη γλώσσα
που ταίριαξε με τη γλυκύτητα των ζαχαρωμένων ροδοπέταλων
Η Μαρία κι ο Γιώργος δε λυπήθηκαν ούτε κόπο ούτε φαντασία για να με βοηθήσουν. Και το αποτέλεσμα της βοήθειάς τους κυμαίνεται μεταξύ της οικειότητας ενός λευκού Φιλοκτήτη (Ευάμπελος Γη, «λαμπερό κίτρινο χρώμα, με κυρίαρχες νότες ανθέων και εσπεριδοειδών, φίνο και λεπτό στο στόμα με ισορροπημένη οξύτητα και αρωματική επίγευση φλούδας περγαμόντου») έως την πλούσια εμπειρία ενός Πόρτο (Ramos Pinto LBV Port, «ώριμες φρουτώδεις γεύσεις»).
Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, το αποτέλεσμα της δουλειάς της Μαρίας και του Γιώργου δείχνει πόσο τυχεροί είναι οι πελάτες και οι συνεργάτες τους -ή, αν θέλετε, πόσο έξυπνοι και σωστοί επαγγελματίες είναι στην Genious In Gastronomy, ώστε να αξιοποιούν με τέτοιον δημιουργικό τρόπο το ταλέντο και τις γνώσεις τους. Κι επίσης πόσο τυχερή είμαι εγώ, που (και μη ρωτήσετε γιατί) υπήρχαν κατασκηνώσεις στον Κάλαμο πριν από 15 χρόνια, όπου κορίτσια κι αγόρια σφυρηλατούσαν φιλίες που θα διατηρούσαν για μια ζωή.
Κι είμαι σίγουρη ότι οι οινικές επιλογές της Μαρίας και του Γιώργου θα με βοηθήσουν να σφυρηλατήσω εξίσου δυνατές και μακροχρόνιες φιλίες με όλους όσους θα μου κάνουν την τιμή να καθίσουν σ’ αυτό το τραπέζι.
English please?
The last and biggest experiment in the reconstruction of this meal, that could either raise it to heaven, or to tumble it down to the bottomless depths, was wine.
Because, yes, when Brust takes it into so much trouble to describe the wines, nearly as much trouble as he takes into any of the other dishes, shame on me if I take into less.
Eh. And since I do not know a thing about wines, what should I do then?
Enter cousin Sotiria Malatesta. Who happens to know an amazing young lady named Maria Delitsikou. And who, in turn, happens to successfully work with Genius In Gastronomy, a company run by George Lukas. Mary and George took my madness with understanding, patience, and oh, so much will to help. Oh, so much.
For when you have to find a wine to pair with
broad-leaf kinds of lettuce, along with flatnuts, blanched tomato wedges, soul of palm, pimentos, scallions, and artichoke heart marinated in sweet vinegar, which functioned as a dressing. A grated nithlan cheese—sharp and musky—was
shredded over it, and the whole thing was topped with candied rose petals.
you must have not only patience and talent, but also the ingenuity to choose between what would you recommend and what the author suggests:
a Descani, which is something like what you'd get if you poured half a glass of white into half a glass of red. It sounds awful, but it really isn't that bad. And this, whatever it was, produced a very mild tingle on the tongue that went
well with the sweetness of the candied rose petals.
Mary and George spared neither labour nor imagination while trying to help me. And the result of their assistance ranges from the comfort of a white Philoctetes (Evampelos Ghi, "bright yellow, with dominant notes of flowers and citrus fruits, dainty and delicate in the mouth with balanced acidity and aromatic bergamot peel finish) to the rich experience of a Porto (Ramos Pinto LBV Port, mature, fruity flavours).
To be perfectly honest, the result of Mary and George’s work shows how lucky their customers and colleagues are, or if I may, how good and smart businessmen are the guys at Genius In Gastronomy, to make full use of their talent and knowledge. And also how lucky I am that (and don’t ask why) there were camps in Kalamos 15 years ago, where girls and boys strafed friendships that would keep for a lifetime.
And I'm sure that the wine choices of Mary and George would also help me to forge strong and lasting friendships with everyone that I will have the honour to sit with during this dinner.
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Dzur Dinner - This Is Not A Drill

Λιώσε μερικές κουταλιές λίπος χήνας, ανακάτεψε μέσα λίγες κουταλιές σκόνη
Ανατολίτικο κόκκινο πιπέρι. Το ανακατεύεις, δεν το αφήνεις να καεί. Παίρνεις μια
πολύ πιο έντονη γεύση πιπεριού.
«Πέστροφα του γλυκού νερού» ανήγγειλε ο Μίχι, «από τον ποταμό Αντριλάνκα,
γεμιστή με τριμμένο καρότο, φρέσκο δεντρολίβανο, αλάτι, τριμμένο μαύρο πιπέρι,
πασπαλισμένο με Ανατολίτικο πιπέρι, λιωμένο σκόρδο και φέτες λεμονιού.
Συνοδεύεται από φρέσκες ρέβες, αχνισμένες σε λεμονοβούτυρο.»
[…] έβγαλε μια μικρή κεραμική φιάλη από την ποδιά του. Την κούνησε γρήγορα,
εξασκημένα, κατόπιν αφαίρεσε το φελλό από τη φιάλη.
Το μπουκάλι είχε λάδι -ένα μίγμα λαδιού από σπόρους σταφυλιού, ελαιόλαδου και φυστικέλαιου, για να είμαι ακριβής. Το άρωμα που είχε όπως απλώθηκε στο ζεστό γρανίτη ήταν ήπιο, ελαφρώς μοσχάτο.
Αποτελείται από μια μικρή, στρογγυλή φραντζόλα λίγο, ελάχιστα γλυκό ψωμί που
έχει τηγανιστεί σε μπόλικο λάδι. Σερβίρεται με μια σκελίδα σκόρδο. Κόβεις το
σκόρδο με τα δόντια στη μέση, έπειτα το τρίβεις στο ψωμί, καίγοντας λίγο τα δάχτυλά σου. Κατόπιν ρίχνεις μια δαγκωνιά στο σκόρδο, μετά περιμένεις και καθώς εκρήγνυται στο στόμα σου, ρίχνεις μια δαγκωνιά του ψωμιού.
Εντάξει, πέρα από το ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ζητήσω από τους φίλους μου να δαγκώσουν μια ωμή σκελίδα σκόρδο, η ακριβής έκφραση του συγγραφέα ήταν deep-fried. Να γεμίσω δηλαδή μια τσουκάλα με λάδι και να βουτήξω το ψωμί εκεί μέσα να τηγανιστεί.
"Melt a couple of spoonfuls of goose fat, stir in a few spoonfuls of powdered
Eastern red pepper. Stir it, don't let it burn. You get an intensified pepper
flavor."
"Freshwater trout," announced Mihi, "from the Adrilankha River, stuffed with carrot slivers, fresh rosemary, salt, crushed black pepper, a sprinkling of powdered Eastern red pepper, minced garlic, and sliced lemon wedges. Accompanied by fresh goslingroot, quick-steamed in lemon butter."
Okay, how hard can it be to stuff a fish fillet? Oh, but it is. At first, I used so small a quantity of carrot that it wasn’t worth mentioning. Then I used so much garlic that my blood pressure dropped. Then I used lemon slices with the pith on. And it came out bitter like hell. And don’t start me talking about turnips that steamed or not steamed, they were so bitter that I finally decided to replace them with white asparagus.
Other tests that were a saviour, was the oil mixture ones
[...]took a small stoneware pitcher from his apron. He gave it a quick, practiced shake, then removed the cork from the pitcher.
The bottle had oil—a mixture of grape-seed, olive, and peanut oil to be precise. The aroma it gave off as it spread over the heated granite was mild, slightly musky.
The trick here was not only in finding the exact proportion of oils which would result in a mild and slightly muscat flavor, but to exactly listen to what uncle Steven has to say. And I was very lucky because the bottle I used was transparent so I saw ...
I saw that the three aforementioned oils do not mix. One of them, probably the peanutoil, falls to the bottom of the bottle. So Mihi’s choise to shake the bottle before opening, was actually a strategic move...
Another point that the test proved itself was the chicken. Added to the fact that the indicative amounts of garlic were clearly overvalued (one clove is actually too much) I rushed the sauce before the garlic was well cooked. The result? The sauce had such an intense flavour, the onion was almost raw and it overshadowed the rest of the dish.
Same thing with the soup. The garlic was very strong, the paprika powder less than it would be nice to have, the saffron was too much, embittering the dish, and salt was enough to cure salmon. Mushrooms should be three times less than the initial quantity used.
But my biggest failure of all, the one that forced me to completely change the description of Broust, was langosh, the garlic bread. The description is as follows:
It consists of a small, round loaf of slightly, very slightly, sweet bread that has been deep-fried. It's served with a clove of garlic. You bite the garlic in half, then coat the bread with it, burning your fingers just a little. Then you take a bite of the garlic, then you wait, and, as it's exploding in your mouth, you take a bite of the bread.
Okay, beyond that there was no way to ask my friends to bite a raw clove of garlic, the exact expression of the writer was “deep-fried”. I should fill a pot with oil and deep a loaf of bread into there to fry it.
Ehm, no. No-no-no-no-no-no-no. It’s much better to serve a simple, plain garlic bread. I’ll cut oblique slices French baguette, rub them with a halved clove of garlic, smeared them with a little oil and grill them in the toaster or grill. Simple things. Because if I had to fry brioche rolls in oil, as was my initial assessment, then my guests would not eat anything else. And I want them to eat some of every dish I will serve them.
And to drink some of all the wines I will pour them.
Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010
Dzur Dinner - Ρέβες, σταφιδέλαιο και άλλα τινά
Δεν είναι και λίγα. Όχι ότι είναι -τα περισσότερα- τόσο απίθανο και δύσκολο να τα βρεις, αλλά βρε παιδί μου, κάποιες φορές κουράζεσαι και μόνο στην ιδέα ότι θα πρέπει να πάρεις τις ρούγες και ν' αρχίσεις να ψάχνεις.
Από τα λαχανικά, οι ρέβες ήταν το δυσκολότερο νομίζω. Είναι αυτά τα λευκά ραπανάκια που οι Άγγλοι τα λένε turnips. Τα αγαπημένα του Bauldrick δηλαδή. Έπρεπε να περιμένω την εποχή τους; Ή να τα αντικαταστήσω; Ή να τα χρυσοπληρώσω; Έπρεπε να πάρω σβάρνα τις λαϊκές αγορές και τα μανάβικα στο Κολωνάκι. Τα υπόλοιπα λαχανικά, τις καρδιές κοκκοφοίνικα ας πούμε (palmie hearts) ήξερα που θα τις πετύχω, στο διάδρομο με τις κονδέρβες σε μεγάλα σουπερμάρκετ ή σε ντελικατέσσεν. 'Οπως επίσης και τις πιπερίτσες πιμιέντο (ελαφρά καυτερές). Το κριθάρι δεν έκατσα καν να το σκεφτώ, πήρα ένα σακουλάκι σιτάρι, που ξέρω και να το μαγειρεύω και τελείωσε η υπόθεση.
Ένα από τα προϊόντα που ποτέ πριν δεν είχα αγοράσει και τώρα έπρεπε να τα αναζητήσω ήταν το χορσράντις, που στα ελληνικά το λένε καυτερό χρένο. Ανευρέθει σε ντελικατέσσεν, αν και νομίζω ότι το έχω δει και σε μικρότερα σουπερμάρκετ.
Η μεγαλύτερη πρόκληση όμως δεν ήταν ούτε η μαναβική, ούτε η μπακαλική. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν τα λιπαρά. Εκτός από το ευλογημένο το ελαιόλαδο, ο κύριος Μπρουστ μας βομβαρδίζει με φυστικέλαιο, λάδι από σπόρους σταφυλιού και λίπος χήνας. Και καλά το φυστικέλαιο, το έχω αγοράσει κι άλλη φορά και μάλιστα γνωρίζω κι ένα από τα μυστικά του, στο τηγάνισμα πιτσιλάει σα διάολος. Αλλά το άλλο, από τα σταφυλοκούκουτσα; Εκεί ήμουν αρκετά τυχερή, διότι μια μέρα, καθώς έκανα τη βόλτα μου στο κέντρο βρέθηκα μπροστά σε ένα κατάστημα με είδη οικολογικής διατροφής κι ανάμεσά τους βρήκα κάτι που ονομαζόταν σταφιδέλαιο. Ρώτησα την ευγενέστατη κυρία που έχει το κατάστημα και καταλήξαμε κι οι δυο ότι αυτό ήταν που έψαχνα. Έδωσα τα ωραιότατα 6,48 ευρώ μου για 0,75 λίτρα λαδιού και γύρισα στο σπίτι ευτυχής.

Αλλά με το λίπος χήνας τι θα έκανα; Δεν είναι κάτι που το βρίσκεις εύκολα στην Ελλάδα, ούτε καν από σπόντα. Για το λίπος χήνας έπεσα στην ανάγκη των ειδικών: έβαλα μια συνάδελφο να ρωτήσει τον άντρα της που είναι σεφ, πού θα μπορούσα να βρω ένα βαζάκι, έστω 300 γραμμάρια. Κι όταν εκείνος μου είπε ότι μάλλον θα μπορούσα να βρω σε κάποιο ντελικατέσσεν, με δυσπιστία πήρα τηλέφωνο και ρώτησα.
Οι άνθρωποι ήταν ευγενέστατοι και πολύ καλοί στη δουλειά τους. Με ρώτησαν τι ήθελα ακριβώς, πόσο ήθελα και με πήραν οι ίδιοι τηλέφωνο, να μου πούν πότε θα ερχόταν οι παραγγελία. Όταν πήγα να το πάρω, ήταν ακόμα πιο ευγενικοί, παρά που είδαν ότι δεν ήμουν καμιά στρίντζω σεφ των Βορείων Προαστείων, αλλά ένα μισότρελο που ψάχνει να κάνει γαστριμαγικές ζημιές. Και τελικά, μάλλον θα επιστρέψω να πάρω ένα βαζάκι ακόμη. Αν όχι για άλλον λόγο, τόσο μόνο και μόνο γιατί τους ανάγκασα να κάνουν στοκ που πιθανότατα δε θα πουληθεί πριν την ημερομηνία λήξης του. Εφόσον υπήρξαν τόσο εξυπηρετικοί, νομίζω ότι είναι το σωστό εκ μέρους μου, να τους κάνω όσο περισσότερο τζίρο μπορώ.
Υπάρχει και κάτι άλλο που έπρεπε να το ψάξω, αλλά ειλικρινά, δεν είχα καν το κουράγιο: ζαχαρωμένα ροδοπέταλα. Καταρχήν δε πωλείται πουθενά αυτό το πράγμα ως έχει. Και για να το φτιάξω μόνη μου, ούτε λόγος. Δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις στο φαγητό τα τριαντάφυλλα του εμπορίου, του ανθοπωλείου, γιατί είναι γεμάτα με φυτοφάρμακα. Πρέπει να βρεις είτε σπιτικά είτε να πας να ψάξεις τα βιολογικής καλλιέργειας. Κι έπειτα να τα κρατήσεις ζωντανά ως τη μέρα του γεύματος, να τα μαδήσεις προσεκτικά και να τα ζαχαρώσεις εξίσου προσεκτικά. Και να τα σερβίρεις προσεκτικότερα.
Γι' αυτό κι εγώ επέλεξα τη λύση της αντικατάστασης: αποφάσισα να τα αντικαταστήσω με αποξηραμένες φράουλες, που είναι πολύ πιο εύκολο να βρεθούν και να φαγωθούν Γιατί ως ένα σημείο, εκτός από το τι λέει το κείμενο ότι πρέπει να έχει μέσα το πιάτο, είναι και οι συνδαιτημόνες που καθορίζουν το περιεχόμενό του. Κι υποψιάζομαι ότι οι φίλοι που θα καθήσουν σε αυτό το τραπέζι θα βάλουν με λιγότερη δυσπιστία στο στόμα τους ένα φλοιδάκι αποξηραμένης φράουλας απ' ότι ένα ζαχαρωμένο ροδοπέταλο.
Κι αφού αποφασίσαμε τι θα φάμε και το αγοράσαμε κιόλας... Πάμε για τις δοκιμές.
English please?
The selection of products that I needed for the dinner was only the first of the difficulties of its reconstrunction. The second and most painful one was to find those products.
There are quite a few of them to look for. It’s not like it’s that hard to find, but hey, sometimes even the idea of going out and about searching gets me so tired.
Vegetable-wise, turnips were the hardest, I think. I.e. Bauldrick’s favorites. Should I wait for them to be in season? Or replace them with something else? Or pay a huge amount of money to acquire them? I had to search in the farmers' markets and grocery stores in Kolonaki. The other vegetables, palm tree hearts, I knew I would find in the canned fod departements of the large supermarkets or delicatessen shops. Same thing with the pimento peppers. As of barley, I didn’t even thought about it; I bought a package of wheat, which I know how to cook and the affair ended there.
One of the products that never before had I bought and now I had to look for, was the horseradish. I found it in a delicatessen, but I think I've seen it in smaller supermarkets, as well.
The biggest challenge, however, was neither the greengrocer’s, nor the supermarket’s items. The greatest challenge was fat. Apart from the blessed olive oil, Mr. Brust bombards us with peanut oil, grape seed oil and fat goose. The peanut oil was okay, I've purchased it before and I even know one of its secrets: when frying with it, it spatters like hell. But the other one, the grape seed extracted? I was quite lucky, because one day, as I was strolling downtown I found myself in front of a health food shop and among the other interesting items I found something called stafidelaio. I asked the kind lady who was running the shop about it and we both agreed that it was what I was looking for. I paid 6.48 euros for 0.75 liters and went home happy.
But what about the fat goose? It is not something you easily find in Greece. So I went for a specialist: I had a colleague of mine asking her husband who’s a chef, where I could find a jar of 300 gramms. And when he told me that I could probably find one at a delicatessen, I called and asked, in total disbelief.
People were polite and very good at their job. They asked me what I exactly wanted, how much of it and called me back to tell me when to go by to pick up the order. When I got it, they were even more polite, although they so that I wasn’t an arrogant would be chef, but a damage-inducing half-crazed food lover. To be honest, I’ll probably be back to buy one more jar. If not for any other reason, because they were forced to take some stock most that they likely will not sell before its expiration date. Since they were so helpful, I think that it’s only fair that I do so.
There was something else I had to look for, but honestly, I did not even have the courage to: candied rose petals. First I know not of a place that sells these. Second, no way I’m gonna make them myself. You can not use commercially bought roses from a flower shop, because they are filled with pesticides. I must either find a home grown bunch or look for organic farmed ones. And how do you keep them alive until the day of the meal, how do you carefully pluck them, petal by petal, how do you carefully sugar-coat them?
So I opted for a replacement: I decided to replace them with dried strawberries, which are more easily found and eaten. Because a point other than what the text says is that diners are sure to determine the course’s content. And I suspect that my friends that will be sitting at this table would put in their mouths a small piece of dried strawberry with little disbelief than a candied rose petal.
And once we decided what to eat and bought it... Shall we go for the tests?
Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010
Κοράκι σε Άλικο Φόντο
Πέρσι τέτοιον καιρό, η παρέα πήρε μια μεγάλη χαρά: ο καλός φίλος Λευτέρης Κεραμίδας υπέγραψε με τον εκδοτικό οργανισμό Πατάκη την έκδοση του πρώτου βιβλίου του, με τίτλο "Κοράκι Σε Άλικο Φόντο". Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο μιας τετραλογίας επικού φανταστικού, υπό το γενικό τίτλο "Γιοί της Στάχτης". Ήμουν από τους πολύ τυχερούς που έχουν διαβάσει ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου και μπορώ να σας πω, με το χέρι στην καρδιά, ότι μάλλον θα δούμε μεγάλες μέρες με δαύτο στο ελληνικό φανταστικό.
Αν νομίζεται ότι ο τίτλος είναι πιασάρικος ρίχτε μια ματιά και στο σχετικό ιστολόγιο, όπου περιγράφονται πολύ περισσότερα και με πολύ καλύτερο τρόπο. Συγκεκριμένα σε αυτήν την ανάρτηση θα βρείτε ένα σύνδεσμο απ' όπου μπορείτε να κατεβάσετε το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, έτσι για να δείτε τι παίζει. Μάλιστα ο Λευτέρης είχε την εξαιρετική τύχη να είναι φίλος με έναν καταπληκτικό κύριο που λέγεται Ozzo και που αγάπησε τόσο το βιβλίο που να του φτιάξει τους χάρτες του. Η τέχνη του κυρίου αυτού είναι τέτοια που και να μη διαβάζετε φανταστικό, θα σας γοητέψει. Για να μη μιλήσουμε για τον κύριο του έφτιαξε το εξώφυλλο, το Γιώργο Ναζλή. Να πάτε στην προσωπική του ιστοσελίδα και να χαζέψετε.
Μάθαμε λοιπόν την προηγούμενη εβδομάδα, ότι επιτέλους, το βιβλίο πήγε τυπογραφείο και χτες είπαμε να πιούμε ένα καφεδάκι, η παλιοπαρέα. Δυστυχώς δεν ήμασταν όλοι, μόνο τέσσερις. Αλλά και οι τέσσερις που ήμασταν, το καταφέραμε τελικά το θαύμα μας.
Αυτό είναι ότι απέμεινε από μια τούρτα black forest, με σαντιγύ και Κουμανταρία, σε σχήμα κορακιού. Τέλος πάντων, όχι οποιουδήποτε κορακιού, αλλά του κορακιού που υπάρχει στο εξώφυλλο του βιβλίου. Και φυσικά, μια τούρτα που την έφτιαξα εγώ. Με τα χεράκια μου.
Ε, εντάξει, μην τρελαθούμε κιόλας. Δεν την έφτιαξα όοοολη με τα χεράκια μου. Έτοιμο παντεσπάνι κι έτοιμη σαντιγύ κι έτοιμη κομπόστα κεράσι. Αλλά.
Αλλά, τύπωσα σε μεγέθυνση το κοράκι του εξωφύλλου, το έκοψα με το ψαλίδι, χαρτοκοπτική, το καρφίτσωσα πάνω στο παντεσπάνι και έδωσα στο παντεσπάνι το σχήμα του κορακιού, κόβοντας το περίγραμμα με πολύ κοφτερό μαχαιράκι. Έπειτα έβγαλα μια δεύτερη μικρότερη εκτύπωση και σχεδίασα ένα μικρό κοράκι με σοκολάτα, για το στόλισμα. Κι επίσης τύπωσα και τον τίτλο του βιβλίου (με μια απίθανη γραμματοσειρά) και το σχεδίασα κι αυτό με σοκολάτα.
Εκεί που μου χάλασε λιγάκι η προσπάθεια ήταν στο απ' έξω. Δηλαδή έπρεπε το φόντο του κορακιού να είναι άλικο. Ε, η υποφαινόμενη μπέρδεψε τις δοσολογίες κι αντί για τρία-τέσσερα μπουκαλάκια κόκκινου χρώματος ζαχαροπλαστικής, αγόρασε μόνο ένα. Και το αποτέλεσμα...
Κι όμως ο καημένος ο Λευτέρης κουβέντα δεν είπε. Τέτοιος άνθρωπος είναι. Κι ευτυχώς κι η καζούρα δεν ήταν και τόση όση θα περίμενα.
Καλοτάξιδο ας είναι το βιβλίο σου, φίλε μου. Κι όταν τυπωθεί η πολλοστή του χιλιάδα, θα σου φτιάξω και μια τούρτα Best Seller.
Promise. :)
Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010
Dzur Dinner - Κατά φαντασίαν επιλογή
Το νούμερο ένα πρόβλημα λοιπόν, θα ήταν να υπάρχει στο γεύμα κάτι που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Και «κάτι τέτοια» υπήρχαν πολλά.

Η πρώτη δυσκολία ήταν το τυρί. «Σερτάλια» το λέει ο Μπρουστ, σα να λέμε «κεφαλογραβιέρα». Μόνο που το Σερτάλια δε μοιάζει σε τίποτε με κεφαλογραβιέρα. Για την ακρίβεια η περιγραφή του είναι η εξής*:
[…] το λένε Σερτάλια -ένα πολύ μαλακό τυρί που το αλείφεις αντί να το κόψεις,
και το οποίο είχε γεύση που θύμιζε άγριο θρούμπι και κάτι γλυκό. Επίσης
γαργαλούσε ελάχιστα την άκρη της γλώσσας.
Υπάρχει άραγε τυρί με αυτές τις ιδιότητες στην ελληνική αγορά; Θα μπορούσε να μοιάζει λιγάκι με το ανθότυρο (λίγο γλυκό και πολύ μαλακό) αλλά δεν το αλείφεις κιόλας, ούτε κι έχει μυρωδιά από θρούμπι, ούτε και τσιμπάει λίγο στη γλώσσα. Το κατίκι πάλι έχει τις άλλες μισές ιδιότητες: τσιμπάει στη γλώσσα και αλείφεται, ωστόσο ούτε κι αυτό έχει τη μυρωδιά από θρούμπι.
Η λύση εδώ είναι αρκετά απλή, παρά που κλέβω λιγάκι στο παιχνίδι για να την καταφέρω: ένα μείγμα τυριών, ανθότυρο και κατίκι, με ελάχιστο θρούμπι μέσα για να έχουμε όλα τα ζητούμενα σε μια μπουκιά. Φυσικά οι αναλογίες είναι πρόβλημα και θα χρειαστώ αρκετές προσπάθειες για να καταφέρω αυτό ακριβώς που περιγράφεται.
Ένα άλλο είδος τυριού, το τυρί νίθλαν, είναι πολύ πιο εύκολο να αντικατασταθεί, κι αυτό γιατί η περιγραφή του είναι σύντομη κι όχι πολύ περιεκτική:
[…] οξύ και μοσχάτο […]
και τρίβεται πάνω από μια σαλάτα. Λίγο δύσκολο να μην αναγνωρίσεις την παράξενη δυνατή γεύση της ώριμης παρμεζάνας. Το δυνατό τσένταρ επίσης θα μπορούσε να ανταποκρίνεται, όμως δεν είναι τυρί για τρίψιμο. Το παράδοξο εδώ είναι μάλλον λογοτεχνικό κι όχι γαστρονομικό: η μεγάλη και λεπτομερής περιγραφή, αντί να βοηθήσει, δυσχεραίνει το έργο του μάγειρα. Ενώ η σύντομη και λιτή, αφήνει περισσότερα στη φαντασία και διευρύνει τη λίστα των υλικών με τα οποία μπορείς να δουλέψεις.
Μια δεύτερη δυσκολία είναι τα διάφορα φρούτα και ξηροί καρποί που κάποιες φορές δεν περιγράφονται καν. Και δεν είναι ένα και δύο. Μετρείστε: rednuts, tartberries, goslingroot, ένα ψάρι ονόματι longfish, flatnuts, brittleberries, whiteblossom, honeykeolsch.
Αν εσείς ζαλιστήκατε, δικαίως εγώ πήγα να λιποθυμήσω. Ευτυχώς τα περισσότερα δεν απαιτούνται για την αναπαραγωγή του γεύματος, παρά μόνο για μια ιδέα σχετικά με το πώς μυρίζει το ένα ή το άλλο τρόφιμο. Από τη μια τα περισσότερα είναι αρκετά περιγραφικά από μόνα τους: ας πούμε το whiteblossom δε μπορεί παρά να είναι κάποιο μικρό λευκό άνθος, όπως -λέω τώρα- η σαμπούκα ή το χαμομήλι. Από την άλλη, όμως, έχουμε και κάποια για τα οποία η περιγραφή δε βοηθά: εντάξει, το ψάρι είναι μακρύ. Αλλά ποιο από τα μακρόστενα ψάρια; Χέλι; Ξιφίας; Ζαργάνα; Και το goslingroot, που είναι και το συνοδευτικό του ψαριού; Τι σόι κόνδυλος είναι; Ρέβα ή καρότο; Κάποιο είδος πατάτας ίσως, γλυκοπατάτα ή κάτι τέτοιο; Ή μήπως κάποιο είδος σπαραγγιού (αν θέλω να παραβλέψω τη λέξη root με γνώση των συνεπειών του νόμου);
Και οι ξηροί καρποί; Εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να χρησιμοποιήσω είναι το rednut. Ένας κόκκινος καρπός σαν καρύδι. Φιστίκι πεκάν; Καλή η προσπάθεια αλλά όχι. Διότι σε κάποιο άλλο σημείο, ο συγγραφέας αναφέρεται στα πεκάν με το όνομά τους. Οπότε δεν είναι πεκάν. Εδώ ελλοχεύει και η τεμπελιά μου, κρυμμένη, πίσω από την σκέψη ότι έχω να ψάξω πολλά άλλα πράγματα, ας μην ψάξω κι αυτό. Μήπως να αντιστοιχήσω το rednut με πεκάν και να τελειώνει η υπόθεση εκεί; Ή να κάνω το απλούστερο, να χρησιμοποιήσω αμύγδαλα ή φουντούκια και να τα βάψω κόκκινα με βαφή ζαχαροπλαστικής;
Κι ύστερα είναι και τα κρασιά. Ένα παγωμένο Ντεφρίνα ή ένα Άιλορ Φενάριο επιδορπίου, ένα Κοιλάδα Μπρέσκα, ένα Πυμίν ή ένα Λεσκόρ από το Γκουιντσέν… Αλλά για τα κρασιά θα χρειαστώ μια ολόκληρη, ξεχωριστή ανάρτηση.
English please?
When I started recreating this meal, my most feared issue was the matching of real and imaginary. Because of the book taking place on an entirely fictional world, any writer (let alone Brust who’s a good writer) would try to add gusto to the narrative and descriptions, using fictitious names and things that their only goal is to increase the exotic feeling.
So problem number one would be the meal involving something that does not exist in reality. And “somethings” like that were many.
The first difficulty was the cheese. “Sertalia” says Brust, as if “Gruyere”. Only the Sertalia is in no way like Gruyere. In fact the description is as follows*:
[...] called Sertalia—a very soft cheese that you spread, rather than slice, and
that had a flavoring reminiscent of wild savory, and a bit of sweetness. It also
produced just the least tingle on the tip of the tongue.
Is there a cheese with such properties in the Greek market? It seems a bit like the anthotyro cheese (a little sweet and very soft, like a shaped ricotta) but it’s not spready and doesn’t smell of savory and doesn’t tingle the tongue. On the other hand katiki cheese, regional of the Domokos area in Greece, has the rest of the wanted qualities: it tingles the tongue and it’s spready, but even this doesn’t smell of savory.
The solution here is quite simple, although I am cheating a bit: a mix of cheeses, anthotyro and katiki, with just a pinch of dried savory, to have all the requested qualities in a mouthful. Naturally the ratio of the ingredients is a problem and I’ll need a few tries to achieve the described result.
Another type of cheese, cheese nithlan is much easier to replace, and this is because the description is brief and not very, well, descriptive. It’s
[...]sharp and musky [...]
and grated over a salad. It’s impossible not to recognize the strong taste of the bizarre mature taste of parmesan. Strong cheddar could also do, but it’s not for grating. The paradox here is a literary one rather than gourmet one: instead of helping out, the long and detailed description complicates the work of the cook. While the short and simple leaves more to the imagination and elongates the list of materials you can work with.
A second difficulty is the different fruits and nuts that are sometimes not even described. And it’s not like there are one or two of them. Count with me: rednuts, tartberries, goslingroot, a fish called longfish, flatnuts, brittleberries, whiteblossom, honeykeolsch.
If you are stunned, I reserve the right to faint. Fortunately most of them are not necessary to reconstruct the meal, except from helping to identify the various smells. Some are most descriptive by themselves: for example, whiteblossom can only be a small white flower, like sambuca and chamomile. On the other hand, some of the descriptions don’t help at all: Okey, the fish is long. But which of the elongated fish? Eeel? Swordfish? Needlefish? And what about goslingroot, side dish to the fish? What kind of a root is it? White turnip or carrot? Some kind of potato, sweet potato or something? Or maybe some kind of asparagus (if you unashamedly ignore the word “root” on its name)?
And the nuts? What I must use is rednut. A red fruit like a nut. Pecan nut? Nice trying but no. At some other point, the author refers to pecans by their name. So pecan exists in the Brust universe. Here lurks my laziness, hidden behind the idea that I can do research for many other things, but I don’t want to research that. Should I say the rednut is pecan and end the matter there? Or should I do the simplest cheat, use almonds or hazelnuts and red food colouring?
Then there are the wines. A chilled Defrina, an Ailor Fenario dessert wine, a Doe Valley Brescia, a Pymin or a Lescor from Guinchen... But for the wines I’ll be needing a post per se.
*Οι ερασιτεχνικές μεταφράσεις δικές μου. / The amateur translation credits go to me




